Τα πνευματικα δικαιωματα των ποιηματων και των κειμενων ειναι κατοχυρωμενα.

"Είμαι αναρχικός, και ο αναρχικός είναι ένας άνθρωπος με συνοχή (πνευματική ειρήνη, η ηρεμία, η εξοχή, να δουλεύεις το λιγότερο δυνατό, όσο είναι απαραίτητο για να μπορείς να ζεις, να απολαμβάνεις την ομορφιά, τον ήλιο. Να απολαμβάνεις τη ζωή με κεφαλαία, τώρα υπάρχει η ζωή με πεζά). Είναι το να έχεις μια προσωπική θεώρηση. Να εφαρμόζεις τις ιδέες σου στην καθημερινότητα στο μεγαλύτερο βαθμό, χωρίς να περιμένεις μέχρι να γίνει η επανάσταση. Αυτό μπορεί να το κάνει ο αναρχικός τώρα. Είναι μια φιλοσοφική θεώρηση, είναι μια κατάσταση πνεύματος, μια στάση ζωής. Πιστεύω πως αυτή η κοινωνία είναι πολύ άσχημα οργανωμένη, τόσο κοινωνικά όσο και πολιτικά και οικονομικά. Πρέπει να την αλλάξουμε εντελώς. Η αναρχία επικαλείται μια ζωή εντελώς διαφορετική. Με την αναρχία, προσπαθούμε να ζούμε αυτή την ουτοπία λίγο λίγο κάθε μέρα."

Abel Paz

Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010


Κάλαντα... Τραγούδια ευχετικά...

Αν και στις μέρες μας έχουν καθιερωθεί τα "λόγια" στιχουργήματα, όπως το "Καλήν εσπέραν άρχοντες..." και το "Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά..." και τραγουδιούνται πλέον σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας, παλαιότερα τα κάλαντα συμπεριλάμβαναν επαίνους για το νοικοκύρη και την κυρά, καθώς και για τα άλλα μέλη της οικογένειας, τραγούδια πλασμένα από τον ίδιο το λαό που τα ταιριάζαν ανάλογα με τα γνωρίσματα κάθε σπιτικού που επισκέπτονταν.

Τα παιδιά, αφού διαλαλούσαν τραγουδώντας, το χαρμόσυνο μήνυμα της ημέρας είτε με το γνωστό πλέον "Καλήν εσπέραν άρχοντες..." , είτε ακόμη με τα καθαρά λαϊκά και τοπικά τραγούδια, όπως, για παράδειγμα:
"Χριστός γεννιέται, σα γήλιος φέγγει, σα νιο φεγγάρι, σαν παλικάρι"

και
"Χριστούγεννα πρωτούγεννα, τώρα Χριστός γεννιέται
γεννιέται και βαφτίζεται στους ουρανούς πηγαίνει
Όλα τ'αγγέλια χαίρονται και τα δαιμόνια σκάζουν
σκάζουνε και πλαντάζουνε τα σίδερα ταράζουν"

συνέχιζαν με ευχές για την οικογένεια του σπιτιού. Η αστείρευτη λαϊκή φαντασία έπλαθε ολόκληρα... στιχουργήματα για να παινέψει τα κάλλη της ανύπαντρης κόρης, να εγκωμιάσει τα πλούτη και το κύρος του εύπορου κύρη, να ευχηθεί μια καλή σοδειά στο γεωργό και πάει λέγοντας:
"Στο σπίτι ετούτο πού' ρθαμε του πλουσιονοικοκύρη
ν' ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα
να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη .."

και
"Κι εμείς να τραγουδήσουμε για το αφεντικό μας
πού'ναι καλό κι ευγενικό στον κόσμο ξακουσμένο
πό'χει χιλιάδες πρόβατα και δυο χιλιάδες γίδια"

ή
"Πόλλα'παμε τ'αφέντη μας, ας πούμε της κυράς μας
Κυρά λιγνή, κυρά ψηλή, κυρά καμαροφρύδα,
όταν λουστείς και λυγιστείς και πας στην εκκλησιά σου
τα καρδερίνια τρέμουνε από την ομορφιά σου"

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο του Κώστα Καραπατάκη, "Το Δωδεκαήμερο- Παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα":
"Κόλιαντα μπάμπω μ' κόλιαντα κι εμένα μπάμπω κλούρα
κι εμένα την τρανύτερη και τώρα και του χρόνου.
Κι αν δεν μας δώσεις κόλιαντα, δώσ' μας ένα σιτζιούκι.
Νάναι τρανό, νάναι χοντρό, νάναι ζαχαρωμένο.

Έτσι τραγουδούσαν τα παιδιά στα χωριά των Γρεβενών και της Σιάτιστας, σαν ξεκινούσαν τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων να πάνε από σπίτι σε σπίτι κι από μαχαλά σε μαχαλά, φέρνοντας την καλή είδηση της γέννησης του Χριστού με το τραγούδι:
Χριστούγεννα, πρωτούγενννα, πρώτη γιορτή του χρόνου!
Για βγάτε, δέτε μάθετε πως ο Χριστός γεννιέται!
Γεννιέται και βαφτίζεται στο μέλι και στο γάλα.
Το μέλι τρων οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες
και το κηρί της μέλισσας το τρώει η Παναγίτσα.

Τί κι αν φώναζαν οι Πατέρες της εκκλησίας, στην Έκτη Οικουμενική Σύνοδο, καταδικάζοντας όλες τούτες τις εκδηλώσεις και τα έθιμα του λαού, σαν έθιμα ειδωλολατρικά, που δεν ταιριάζουν στη νέα θρησκεία, στη θρησκεία του Χριστού!
....

Η ζωή προχωρούσε. Και μαζί της και ο λαός, που αν και ευλαβής και με καθαρή χριστιανική συνείδηση, υπακούοντας πάντα στη φωνή των Πατέρων, αντιστάθηκε επίμονα στο γκρέμισμα και στην εξαφάνιση των εθίμων του, μη δίνοντας προσοχή στις απειλές και στις κατάρες τους.

Οι παλιές συνήθειες του λαού, που ήταν βιώματα τόσων αιώνων και μέρος της αρχαίας θρησκευτικής του λατρείας, ήταν η ζωή του, το οξυγόνο του, που δεν ήταν δυνατόν να ξεριζωθούν και να σβήσουν, γιατί ήταν ζυμωμένες με το αίμα του και βαθιά ριζωμένες στην ψυχή του.
...

Μία από τις συνήθειες αυτές, που κατόρθωσαν να αντισταθούν στους διωγμούς, μαζί με τόσες άλλες, και να επιζήσουν, ήταν και τα κάλαντα.

Με τα κάλαντα, δεν αναγγέλουν μόνο τον ερχομό και τη σημασία της μεγάλης γιορτής τα παιδιά, γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι και από μαχαλά σε μαχαλά, μα και εγκωμιάζουν τα πλούτη, την αρχοντιά και τη λεβεντιά του νοικοκύρη, την ομορφιά και το λυγερό παράστημα της κυράς, τους πόθους και τις λαχτάρες των κοριτσιών και των αγοριών, που είναι για αρραβώνα, καθώς και των μικρών παιδιών, που είναι ακόμα στην κούνια ή πηγαίνουν στο σχολείο. Κι αυτό, για να μπορέσουν κάτι να πάρουν, κάτι να κερδίσουν για τον κόπο τους.
"Σε τούτ' το σπίτι πούρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει" ...

Μα αν και η ονομασία των καλάντων είναι Ρωμαϊκή (από τις "Ρωμαϊκές καλένδες"), φερμένη και μεταφυτεμένη στο Βυζάντιο, το έθιμο που κρύβεται πίσω της δεν είναι ρωμαϊκό, μα γνήσιο ελληνικό που ξεκινάει από την αρχαιότητα με το όνομα Ειρεσιώνη.

Η Ειρεσιώνη στην αρχαιότητα ήταν ένα σύμβολο κι ένα έθιμο μαζί. Σύμβολο της ευφορίας και της γονιμότητας της γης, που γιορτάζονταν δυο φορές το χρόνο. Μια την άνοιξη που παρακαλούσαν τους θεούς να τους προστατεύσουν τα σπαρτά από τις καταστροφές και μια το φθινόπωρο, για να τους ευχαριστήσουν για τη συγκομιδή των καρπών.

Μαζί όμως με τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και τις ευχαριστίες τους στους θεούς, έδιναν ευχές και στους ανθρώπους, γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι, τραγουδώντας:
"Στο σπίτι τούτο πούρθανε, του πλουσιονοικοκύρη
να ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα
να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη,
για να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι
κι η σκάφη του ζυμώματος με φουσκωτό ζυμάρι.
Ο γιος του νοικοκύρη μας να παντρευτεί μια ωραία
κι η κόρη με τα χέρια της να υφάνει πανωραία"

Τί λιγότερο και τί περισσότερο λένε τα δικά μας τραγούδια απ'αυτό;

Το παραπάνω τραγούδι, που μεταφράστηκε σε ελεύθερους στίχους, λένε πως το έγραψε ο ίδιος ο Όμηρος όταν βρισκόταν στη Σάμο.(...) Εκεί, όπως αναφέρει στο βιβλίο του 'Όμηρος" ο λογοτέχνης και πρώην καθηγητής του Βαρβακείου Γιάννης Οικονομίδης, ο Όμηρος σκάρωσε διάφορα τραγούδια κι όταν ήρθε η άνοιξη, πήγε μαζί με μια ομάδα παιδιών και το τραγούδησαν στα σπίτια των πλουσίων.

Ο Πλούταρχος μας δίνει ένα άλλο τραγούδι της Ειρεσιώνης, που κι αυτό είναι γεμάτο ευχές για την υγεία και την ευτυχία των ανθρώπων, καθώς και την καρποφορία της γης.
"Η Ειρεσιώνη σύκα φέρει
και φουσκωτά ψωμιά
και μέλι στο κύπελλο
και λάδι για το φως
και κούπα μ'αγνό κρασί,
για να μεθύσει
και να κοιμηθεί."

Όπως τώρα, έτσι και τότε τα παιδιά, συγκεντρωμένα σε ομάδες, με μια κλάρα δάφνης ή ελιάς, στολισμένη με γιρλάντες από άσπρο και κόκκινο βαμμένο μαλλί -σύμβολα της υγείας και της ομορφιάς- αφού τη στόλιζαν καλά και κρεμούσαν στα κλωνιά της σύκα, φρούτα και ψωμί και μαζί μ' αυτά και τρία δοχεία με λάδι, μέλι και κρασί, ξεκινούσαν για τα σπίτια τραγουδώντας.

Μπροστά πήγαινε ένα αγόρι, με μάνα και πατέρα στη ζωή, κρατώντας ψηλά την ειρεσιώνη και πίσω του όλα τ' άλλα τα παιδιά.
...

Όπως τώρα, έτσι και τότε, σ' όσα σπίτια τραγουδούσαν τα παιδιά, οι νοικοκυρές τους έδιναν διάφορα φιλοδωρήματα.
...

Τα κάλαντα τα λαϊκά, με τις υπέροχες εικόνες και τη γνήσια γλώσσα του λαού, που έθρεψαν και γιγάντωσαν τη λαϊκή ψυχή και τη λαϊκή φαντασία, φύτρωσαν και άνθισαν την ίδια εποχή, που άρχισε να ανθίζει και το δημοτικό τραγούδι." (Κ.Καραπατάκης)
Πηγη:http://firiki.pblogs.gr/2007/11/162953.html

Απο Κυριακατικο σχολειο μεταναστων
Διαβάστε περισσότερα...

Οταν ολα γυρω μου δειχνουν να γκρεμιζονται εγω νιωθω οτι ολα θα πανε καλα. Και αισθανομαι τρελη που νιωθω ετσι. Περπαταω στους δρομους της στολισμενης πολης με εναν αερα αισιοδοξιας που δε δειχνει να κολλαει πουθενα και ειμαι για αλλη μια φορα η ξεκαρφωτη. Δεν ειναι ωραια η ζωη; Θα μου πει καποιος, ωραια ειναι αλλα μας την καταντησαν μαρτυριο...Κι εγω θελω τοσο πολυ να απαντησω αυτο το καθολου πειστικο "ολα θα πανε καλα". Θα με κοιταξει περιεργα, θα με ρωτησει που το ξερω και δε θα εχω τι να του πω. Το νιωθω. Ειναι απλως απο τις μερες που το νιωθω. Τι αλλο να πω; Εχουν υπαρξει κι εκεινες οι αλλες μερες. Οι μαυρες μερες οπου ολα εμοιαζαν ασχημα και καταθλιπτικα. Τοτε τα βλεπω ολα ματαια και κλεινομαι μεσα σε τεσσερις τοιχος για να σκεφτω. Η για να μη σκεφτομαι, δεν ξερω. Κι εκεινες ομως οι μερες δεν εχουν νοημα. Παραιτηση ειναι μια λεξη αγνωστη για μενα. Γνωστη-αγνωστη για την ακριβεια. Γι' αυτο θα προτιμησω το τρελο μου συναισθημα, αυτο το αισιοδοξο μηνυμα της ψυχης μου που μοιαζει και παλι αταιριαστη. Ετσι, επειδη θελω, επειδη ετσι μ'αρεσει. Ο κοσμος δεν εχει λεφτα. Δεν ψωνιζει πια, δεν κανει γιορτες οπως παλια, μπορει να ερθουν λεει χειροτερα. Μπορει. Κι τι θα καταλαβω αν τα παρατησω; Κουραστηκα απλα, θα μου πει αυτος ο καποιος. Αδικο θα ΄χει; Τι ελπιδες του δινουν; Μα δεν πεθαναμε ακομη, ουτε προκειται. Τι να την κανεις μια ζωη χωρις ελπιδα; φτιαξε μια, θα δεις, καπου θα σε βγαλει. Και μπορει να ξυπνησεις μια μερα μαγικη οπου ολα θα εχουν αλλαξει και οι κοποι σου θα εχουν αποδωσει καρπους. Αξιζει τον κοπο και μονο για εκεινη τη στιγμη. Κι αν δεν ερθει; Λες να μην ερθει ποτε; Ειναι τοσο πιο πιθανο; Λες; Κι ομως...η ρετσινια του λιποτακτη ειναι βαρια. Και καπου σε καποιον τοιχο της πολης διαβασα "Εγω οσο αντεχω θα συνεχιζω"...Ετσι, γιατι...ποτε δεν ξερεις! Και αυτο ειναι το μονο σιγουρο!
Διαβάστε περισσότερα...


Ο Ανρί-Εμίλ-Μπενουά Ματίς δεν ήταν παιδί-θαύμα. Δεν είχε δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον για την τέχνη ως τα 20 του χρόνια. Γεννημένος το 1869 στην Πικαρδία της Γαλλίας, όταν ήταν 19 ετών ο νεαρός Ανρί πήγε στο Παρίσι να σπουδάσει νομικά. Παρέμεινε μόλις ένα χρόνο και ύστερα επέστρεψε στο Σεν Κεντέν, όπου ζούσε τότε η οικογένειά του, για να εργαστεί ως κλητήρας σε δικηγορική εταιρεία. Το 1890 όμως έπαθε σκωληκοειδίτιδα και η μητέρα του τού χάρισε ένα κουτί λαδομπογιές για να απασχολείται όσο ήταν στο κρεβάτι. Το κουτί είχε μέσα λίγες κάρτες με διάσημους πίνακες και ο Ανρί έπιασε να τις αντιγράφει. Ενα χρόνο αργότερα παράτησε τη δικηγορική εταιρεία και οποιεσδήποτε βλέψεις για νομική σταδιοδρομία. Ξαναπήγε στο Παρίσι, αυτή τη φορά για να γίνει επαγγελματίας καλλιτέχνης.

Ο Ματίς δεν έσπευσε να διεισδύσει στις τάξεις της παρισινής avant-garde. Μικροαστός καθώς ήταν, με γούστο παλιομοδίτικο για τα μέτρα μιας πόλης που είχε σχεδόν εξοικειωθεί με το έργο του Πολ Σεζάν, του Πολ Γκογκέν και του Βικέντιου βαν Γκογκ, τον εντυπωσίασε περισσότερο η... Académie Julian, μια σχολή που διατηρούσε λυσσαλέα τις ρίζες της στον ρομαντισμό και στην ακαδημαϊκή τέχνη των Salon. Οι πρώτοι πίνακες του Ματίς είναι επηρεασμένοι από τον ολλανδικό 17ο αιώνα, κατά τον τρόπο που προτιμούσαν οι γάλλοι ρεαλιστές στη δεκαετία του 1850. Το 1896 ο Ματίς εξέθεσε έργα του στο συντηρητικό Salon de la Société Nationale des Beaux-Arts και θριάμβευσε. Εξελέγη επίτιμο μέλος της Société και η γαλλική κυβέρνηση αγόρασε τον πίνακά του «Γυναίκα που διαβάζει».

Το 1898 παντρεύτηκε την Αμελί Παρέρ. Τότε περίπου, συμπτωματικά υποθέτουμε, επήλθε η μεγάλη αλλαγή: εκείνη τη χρονιά ο Πολ Σινιάκ, ο ζωγράφος, θεωρητικός και αρχηγός (μετά τον θάνατο του Ζορζ Σερά) των νεο-ιμπρεσιονιστών (ή πουαντιλιστών), δημοσίευσε το μανιφέστο του με τίτλο «Από τον Ευγένιο Ντελακρουά στον νεο-ιμπρεσιονισμό». Ο Ματίς το διάβασε και, χωρίς υπέρμετρο ενθουσιασμό, το βρήκε ενδιαφέρον. Η ιδέα του πουαντιλισμού (η ιδέα, με απλά λόγια, να επιτυγχάνει κανείς ένα χρωματικό μείγμα τοποθετώντας μικρές κουκκίδες ­ «points» στα γαλλικά ­ καθαρού χρώματος τη μία δίπλα στην άλλη) δεν έμοιαζε καθόλου άσχημη. Παράλληλα ο Ματίς, θαμπωμένος από το έργο του Αύγουστου Ροντέν, άρχισε να παρακολουθεί βραδινά μαθήματα γλυπτικής στην Ecole des Beaux-Arts.


Το 1901, αντί να εκθέσει στο συντηρητικό Salon, εξέθεσε στο Salon des Indépendants. Σχεδόν αμέσως άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Η κυρία Ματίς έπιασε δουλειά για να βοηθήσει την κατάσταση καθώς ο σύζυγός της είχε, κοντά στα άλλα, πάθει βρογχίτιδα και έπρεπε να μείνει στο κρεβάτι. Ο Ματίς είχε πατήσει τα 35 όταν, το 1904, έκανε την πρώτη του ατομική έκθεση στην γκαλερί Vollard. Η έκθεση απέτυχε παταγωδώς.

Ο Ματίς αποφάσισε να απαλλάξει τη ζωγραφική του από αυτό που είχε πλέον αρχίσει να αποκαλεί «η τυραννία του πουαντιλισμού». Οι μικρές κουκίδες αντικαταστάθηκαν με ζωηρές πινελιές, μια συναισθηματική επίδειξη συμπληρωματικών χρωμάτων: κόκκινα και πράσινα, πορτοκαλιά και μπλε, κίτρινα και μοβ. Το φθινόπωρο του 1905, μαζί με άλλους ζωγράφους που πειραματίζονταν με το έντονο χρώμα, ο Ματίς εξέθεσε έργα του στο ξακουστό πια Salon d' Automne. Ο παριζιάνος κριτικός Λουί Βοσέλ είδε την έκθεση και αποκάλεσε τους καλλιτέχνες «fauves» («αγρίμια»). Ετσι γεννήθηκε ο φωβισμός, ο πρώτος μεγάλος -ισμός του 20ού αιώνα. Πολύ σύντομα η οικονομική κατάσταση του Ματίς άλλαξε. Η οικογένεια Στάιν άρχισε να συλλέγει έργα του. Το 1908 ο Ματίς έκανε εκθέσεις στη Νέα Υόρκη, στη Μόσχα και στο Βερολίνο. Ο φωβισμός διέθετε πολύ λίγη πειθαρχία ως κίνημα για να διαρκέσει πάρα πολύ. Αν όμως «φωβισμός» σημαίνει πάθος για το καθαρό, λαμπερό χρώμα, τότε ο Ματίς παρέμεινε φωβιστής για όλη του τη ζωή. Εκείνη την περίοδο φιλοτέχνησε ίσως τα πιο διάσημα έργα του, τη «Χαρά της ζωής» (1908) και το «Κόκκινο εργαστήριο» (1915).

Η οικονομική ευημερία δεν έκανε τον Ματίς λιγότερο εργατικό. Το 1920 σχεδίασε τα σκηνικά για το «Τραγούδι του αηδονιού» του Σεργκέι Ντιάγκιλεφ. Καθότι πάντοτε ενδιαφερόταν για τη χαρακτική, τα επόμενα χρόνια δημοσίευσε 29 οξυγραφίες, εικονογράφηση για τα ποιήματα του Στεφάν Μαλαρμέ, καθώς και εικονογραφήσεις για τα «Ανθη του κακού» του Μποντλέρ.

Ο Ματίς πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του μακριά από την οικογένειά του ­ είχε χωρίσει από τη γυναίκα του και τα παιδιά του ήταν πια μεγάλα. Τον φρόντιζε μια Ρωσίδα, η οποία ήταν κάποτε ένα από τα μοντέλα του. Αναγκασμένος να περνάει πολλές ώρες στο κρεβάτι, λόγω εντερικών προβλημάτων, ζωγράφιζε με κραγιόνια τα οποία έδενε σε μια μακριά βέργα. Λίγο προτού πεθάνει, το 1954, ανέπτυξε μια ιδέα που είχε αρκετά χρόνια πριν και δημιούργησε τεράστια κολάζ από χρωματιστό χαρτί (λ.χ. το περίφημο «Σαλιγκάρι»). Καθώς στην Αμερική ξεσπούσε ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός, τα αφαιρετικά χρωματιστά κολάζ έκαναν τον Ανρί Ματίς, παρ' όλα τα γεράματά του, τον πιο «νέο» καλλιτέχνη του όψιμου μοντερνισμού.

Απο Κυριακατικο σχολειο μεταναστων


Δειτε εδω: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=83&artid=142258&dt=28%2F04%2F2002#ixzz19f6Mf0n2
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

 
Όλα ήταν στη θέση τους.

Οι πεινασμένοι στην Αφρική. Οι ειδικοί στην τηλεόραση. Οι κακοί στη φυλακή. Οι αναρχικοί στα Εξάρχεια. Αυτοί που αποφασίζουν στη Βουλή. Τα λεφτά μας στα δάνεια. Η αστυνομία στην επόμενη γωνία. Τα σπίτια μας στις τράπεζες. Οι εχθροί μας στην Τουρκία και τη Μακεδονία. Τα πάρκινγκ μας στα πάρκα. Η ψυχαγωγία μας στ...α bar. Τα παιδιά μας στο σχολείο. Οι φίλοι μας στο Facebook. Η τέχνη στα μουσεία. Οι επιθυμίες μας στις διαφημίσεις. Τα δέντρα μας Χριστούγεννα στο Σύνταγμα. Η ομορφιά στα κέντρα αδυνατίσματος. O έρωτας στις 14 Φλεβάρη. Εμείς στους τέσσερεις τοίχους.


Πειθαρχία τέλος - Ζωή Μαγική

Η αστυνομία στην Αφρική. Οι πεινασμένοι στις τράπεζες. Οι αναρχικοί στη Βουλή. Τα Εξάρχεια στην καρδιά μας. Οι κακοί στα κέντρα αδυνατίσματος. Οι φίλοι πλάι μας. Τα bar στις φυλακές. Αυτοί που αποφασίζουν στο σχολείο.Τα λεφτά μας στα πάρκα. Τα πάρκα στα πάρκινγκ τους. Οι εχθροί μας στο facebook. Οι ειδικοί στα σπίτια τους. Η τηλεόραση στα σκουπίδια. Η ψυχαγωγία στα σχολεία. Η τέχνη παντού. Οι διαφημίσεις στα μουσεία. Τα παιδιά μέσα μας. Τα μπαλέτα στους δρόμους. Ο έρωτας στην επόμενη γωνία. Τα σπίτια στα δέντρα. Τα δέντρα στους δρόμους. Η ομορφιά στους δρόμους . Οι επιθυμίες μας στους δρόμους.



Εμείς; Στους τέσσερεις τοίχους;
Απο Κυριακατικο σχολειο μεταναστων


Πηγή:http://exarchia.pblogs.gr/
Διαβάστε περισσότερα...


Χθες μιλουσα με εναν φιλο μου για τις γυναικες που κατα την αποψη του εχουν παρερμηνευσει τη λεξη ισοτητα και θελοντας να κανουν καριερα σαν τους αντρες παραμελουν την οικογενεια και τα παιδια. Εκεινος δεν ειναι κατα στο να δουλευουν οι γυναικες, απλως πιστευει οτι πρεπει οι ιδιες να περιορισουν λιγο τις φιλοδοξιες τους μιας και δεν ειναι δυνατον να συνδιαζουν τα παντα. Πιστευει πως μια γυναικα ειναι πιο ικανη να μεγαλωσει ενα παιδι γιατι εχει εμφυτη την τρυφεροτητα και το μητρικο ενστικτο και πως ο αντρας απο τη φυση του ειναι ο δυνατοτερος και ο κυνηγος που ειναι ταγμενος να δουλευει για να βοηθαει την οικογενεια του. Ειμαι σιγουρη οτι οι περισσοτεροι απο εσας θα συμφωνησετε μαζι του. Αυτα που λεει εξαλλου ειναι σεβαστα και σιγουρα δεν ειναι παραλογα. Επειδη ομως το θεμα μου εδωσε αφορμη να μιλησω κι εγω για οσα πιστευω σχετικα, θα γραψω εδω τη δικη μου αντιδραστικη αποψη μεσα απο τα οσα ειπα σε εκεινον. Ειμαι ανθρωπος με πολυ ελευθερο μυαλο που δεν αντεχει καθολου να κολλαει στην πεπατημενη οδο και τα στερεοτυπα. Αυτο που οι περισσοτεροι ονομαζουν κοινη λογικη και νομους της φυσης για μενα ειναι παντα αντικειμενο για προσωπικη ερευνα ωστε να διαπιστωσω ιδιοις ομασι αν οντως ισχυει η μας το εχουν περασει ως νομο ανα τους αιωνες τεχνιεντως. Εχω δικη μου θεωρηση απεναντι στον κοσμο, δικη μου φιλοσοφια, τροπο σκεψης και δρασης που σπανια θα βρει ατομα να συμφωνουν μαζι του. Παρολαυτα δεν ειμαι σχεδον ποτε απολυτη, δεν τυφλωνομαι ουτε φοραω παρωπιδες. Απλως το ψαχνω και βγαζω δικα μου συμπερασματα. Ετσι και σε αυτο το θεμα εχω τη δικη μου γνωμη που ειμαι σιγουρη οτι δε θα εχει πολλους υποστηρικτες, θελω ομως να την εκφρασω γιατι αυτο τελικα μετραει. Να μπορεις να λες τη γνωμη σου.


Θεωρω οτι οι γυναικες ειναι πανω απ' ολα ανθρωποι με ισα δικαιωματα για ονειρα και φιλοδοξιες. Καποια στερεοτυπα περνιουνται απο γενια σε γενια αλλοτε υποχθονια και εμμεσα ωστε να γινουν συνηθεια και καθεστως κι αλλοτε αποτομα και πιο εντονα. Το οτι οι αντρες ειναι σωματικα και μονο πιο δυνατοι ποτε δεν καταλαβα πως συνδεεται με την εργασια, τα ονειρα, την καριερα κλπ. Δεν ειμαστε στην προιστορικη εποχη οπου κυνηγουσαμε σαν τα ζωα ωστε η δυναμη αυτη να εχει και καποιο νοημα. Καλως η κακως η σωματικη δυναμη πλεον μονο σε λιγα επαγγελματα παιζει ρολο κι αυτο ειναι τυχαιο. Γιατι υπαρχουν αλλα στα οποια οι γυναικες ειναι καλυτερες εξαιτιας αλλων ικανοτητων τους. Γιατι λοιπον να μη θελου να κανουν μια καριερα οπως θα εκανε ενας αντρας; Κι ενας γοριλας ειναι δυνατοτερος απο εναν αντρα αλλα κανεις δεν ειπε οτι ο γοριλας γι' αυτον τον λογο θα επρεπε να ειναι πιο ελευθερος στο ποσες φιλοδοξιες θα εχει. Αυτο που μας διαφοροποιει απο τα ζωα ειναι το μυαλο κατι που εχουν και τα δυο φυλα, δοξα τω θεω. Το οτι εμεις υποτιθεται οτι ημασταν πιο ευθραυστες, πιο αδυναμες κλπ ηταν κατι το οποιο εσεις ανα τους αιωνες παγιωσατε, οχι απαραιτητως η φυση στην οποια απευθυνεστε. Καποτε ειχαμε μητριαρχικες κοινωνιες...τοτε η φυση τι ελεγε; Ολα ειναι ανθρωπων εργα. Αν η φυση μας εκανε πιο αδυναμες και στο μυαλο η και καπου αλλου τοτε δε θα μπορουσαμε καν να ανταπεξελθουμε σε ολα οσα εχουμε αναλαβει τωρα κι ετσι θα αποτυγχαναμε χωρις να χρειαζονται οι δικες σας υποδειξεις για φρενο στα ονειρα μας. Απο τη στιγμη που δεν υστερουμε ομως πουθενα δεν καταλαβαινω γιατι θεωρειται πιο δικαιο να βαλω εγω φρενο στα ονειρα μου κι οχι εξισου κι ενας αντρας. Θα χρειαστει να βγεις εξω να κηνυγησεις και να τα βαλεις με καμια αρκουδα ωστε να μου πεις οτι τα μπρατσα σου σε κανουν πιο χρησιμο απο μενα εκει εξω; Οχι...Αρα μυαλο και πνευμα ειναι κατι που διαθετω κι εγω. Γατι λοιπον να πρεπει μονο εγω να τα περιορισω; Θεωρεις οτι οι αντρες ειστε ανικανοι να συμβαλλετε και στη φροντιδα των παιδιων ωστε να μπορεσει να βρεθει μια χρυση τομη και να μην αδικει κανεις τα ονειρα του; Αν ναι, γιατι; Δοκιμασες ποτε να φροντισεις στα βασικα ενα παιδακι και ειδες οτι δεν μπορεις η ειναι μια ιδεα που σου εχει περαστει απο τις προηγουμενες γενιες σαν μεγαλη αληθεια της φυσης και πλεον πιστευεις κι εσυ ο ιδιος οτι δεν μπορεις; Μη μου πεις οτι δεν μπορεις να θηλασεις για παραδειγμα γιατι νομιζω οτι καποια στιγμη ξεφευγουμε απο το σταδιο αυτο και η φροντιδα ενος παιδιου δεν περιοριζεται μονο στον θηλασμο. Εφοσον εισαι υπερ στο να δουλευουν οι γυναικες δεν μπορω να καταλαβω που θα μπορουσες να ζητησεις να βαλουν ενα φρενο. Η δουλευεις η δε δουλευεις. Αφου δε ζητας να κλειστουνε μεσα σε ενα σπιτι τοτε ζητας να βρουν την τελεια δουλεια που δε θα τους τρωει καθολου χρονο αλλα θα ειναι και κατι που να τους γεμιζει και να θεωρειται και δουλεια; Πιστευεις οτι υπαρχει κατι τετοιο; Μαλλον οχι. Αρα εμμεσως πλην σαφως ζητας με το που θα γεννηθει ενα παιδι η γυναικα να θυσιασει εκεινη και μονο εκεινη ολοκληρωτικα ολα οσα τη γεμιζουν σαν ανθρωπο, ονειρα και γιατι οχι, φιλοδοξιες. Εσυ θα το εκανες αυτο ετσι αβιαστα; Αν ναι τοτε γιατι δεν το κανεις εσυ αντι για εκεινη; Δεν εισαι ανικανος να μεγαλωσεις ενα παιδι, ετσι σε εχουν κανει να πιστευεις. Θελω να καταληξω στο οτι κανενας απο τους δυο δε θα επρεπε να παραταει αυτα που αγαπαει να κανει, αν μπορεις να ζητας απο μια γυναικα να περιορισει λιγο τις φιλοδοξιες της τοτε παραλληλα καντο κι εσυ ωστε να βοηθατε ο ενας τον αλλον χωρις στο τελος να καταληξει εκεινη να τα παρατησει ολα για να μη γινει χιλια κομματια. Μοιραστειτε ευθυνες και υποχρεωσεις περα απο κυνηγια και σωματικη δυναμη, αυτα δεν κολλαν πουθενα. Μπορω να γινω εξισου καλη δικηγορος με σενα και να αγαπαω αυτο που κανω εξισου με σενα. Αυτη που θα κληθει να περιοριστει ομως θα ειμαι μονο εγω...το θεωρω αδικο, απλα. Οι γυναικες νομιζω οτι το εχουν παρακανει αλλου και οχι σε αυτον τον τομεα. Οταν ενας αντρας δικαιουται να ειναι καριεριστας δεν μπορω να καταλαβω γιατι μια γυναικα θεωρειται οτι το χει παρακανει αν θελει να ειναι καριεριστας και επιλεγει αυτο. Δεν μπορω να το αποδωσω ουτε στη φυση ουτε στη σωματικη δυναμη ουτε στο οτι ειστε οι κηνυγοι. Αν αισθανεστε μεσα σας τετοιου ειδους προιστορικα ενστικτα μαλλον δεν μπορειτε να συμβαδισετε με μια κοινωνια πολιτισμενη(Το οτι δεν εχουμε μια κοινωνια πολιτισμενη βεβαια οφειλεται σε αλλο θεμα που δεν εχει να κανει με τη συζητηση, νομιζω με το πολιτισμενη καταλαβαινεις τι εννοω). Θα θεωρησω οτι μια γυναικα το εχει παρακανει οταν κανει κατι το οποιο δεν αισθανεται μονο και μονο για να σας μπει στο ματι. Διαφορετικα νομιζω οτι σας πεφτει λιγο βαρια η ισοτιμη ανεξαρτησια και καποιοι απο εσας νιωθουν ευνουχισμενοι απεναντι σε μια γυναικα που ειναι (δεν το παιζει, ειναι. Υπαρχουν κι αυτες) δυναμικη. Γι' αυτο αρχιζετε και ολα αυτα περι το μπερδεμα των ρολων κλπ που κατα τη γνωμη μου ειναι αποτελεσμα καποιων κομπλεξ που εχουν πολλοι αντρες. Το να μη σε φτιαχνει μια γυναικα δυναμικη ειναι δικαιωμα σου, οπως το να μη σε φτιαχνει μια γυναικα ψηλη. Ψαξε και βρες μια γυναικα πιο αδυναμη για να ταιριαξεις, μη ζητας απο ολες τις γυναικες να γινουν πιο αδυναμες για να μη νιωθεις εσυ μειονεκτικα. Η οικογενεια δεν εχει καταστραφει επειδη οι γυναικες αποφασισαν να παρουν τη ζωη και τα ονειρα τους στα χερια τους. Καταστραφηκαν επειδη κατα εναν περιεργο λογο οι ανθρωποι καταληγουν ολο και λιγοτερο πνευματικοι, δεν ειναι ικανοι να διαχειριστουν ουτε τον ιδιο τους τον εαυτο, ποσο μαλλον να μεγαλωσουν σωστα ενα παιδι. Λες οτι δεν υπαρχει χρονος. Ακομη κι τον χρονο που εχουν οι γονεις ομως πιστευεις οτι τον διαχειριζονται σωστα; Αν κοιταξεις γυρω σου ποσοι απο τους ανθρωπους που αντικρυζεις θεωρεις οτι ειναι καταλληλοι να γινουν γονεις, ειτε αντρες, ειτε γυναικες; Και οι παλιες εξαλλου εποχες οπου η καλη μανουλα εμενε σπιτι και ηταν μανα, δουλα και κυρα μπορει να ειχαν πλεονεκτημα χρονου αλλα ξερεις τι αλλο ειχαν επισης; Πολλη καταπιεση, καταλοιπα και απωθημενα που απλως απο φοβο δεν εβγαιναν ποτε στην επιφανεια ωστε να καταληξουν σε διαζυγια η σε αλλου ειδους συμπεριφορες. Ξερεις οτι καποτε ακομη κι αν καποιος ηθελε να παρει διαζυγιο πολλοι το θεωρουσαν ντροπη η αμαρτια κι ετσι επρεπε να καθεται να υπομενει μια ζωη που δεν του αρεσε για να μην πει ο κοσμος; Και περισσοτερο οι γυναικες, εχω ακουσει ιστοριες και σου τα λεω. Μπορει φαινομενικα ολα να ηταν καλυτερα γιατι τελικα ο φοβος και η καταπισεση δεν αφηνε τιποτε να βγει στην επιφανεια αλλα μεσα στα σπιτια υπηρχαν προβληματα και τοτε. Εγω δεν ειμαι υπερ της εικονικης πραγματικοτητας ακομη κι αν χρυσωνει το χαπι. Παραδεχομαι οτι ο χρονος με τα παιδια εχει περιοριστει και ειναι κατι πολυ κακο μεσα σε ολα. Αλλα δε θα παραδεχτω ποτε οτι η φυση με προσταζει να παρατησω μονο εγω τα παντα για να καλυψω αυτο το κενο. Νομιζω οτι αν υπαρχει τροπος για μενα, θα επρεπε να υπαρχει και για εσας ωστε να συναντιομαστε καπου στη μεση. Μπορει η γυναικα να ειναι και μανα αλλα μηπως κι ο αντρας δεν ειναι και πατερας; Η κοινωνια μας και η οικογενεια πανε κατα διαολου επειδη οι ανθρωποι ειναι ανικανοι νοητικα και πνευματικα πλεον να μεγαλωσουν σωστα ενα παιδι ανεξαρτητως φυλου και οχι η καριερα των γυναικων. Ενα παιδι χωρισμενων γονιων θα μεγαλωσει πιο ασχημα μονο αν υπαρχουν προβληματα ακραια μεταξυ των γονιων του, αν οι ιδιοι ειναι ανικανοι να διαχειριστουν την κατασταση και εξαιτιας του περιγυρου που παντα τις υποομαδες τις κανει να νιωθουν μειονεκτικα. Γιατι ντε και καλα για ενα διαζυγιο να ευθυνεται η καριερα της γυναικας; Ενας σωστος γονιος πρεπει να ειναι ψυχικα κοντα με το παιδι του, να το σεβεται, να του εξηγει, να του μιλαει, ειτε ειναι η μανα ειτε ο πατερας. Και σημερα οι ανθρωποι ανεξαρτητως χρονου δεν εχουν τετοια ικανοτητα!



Να συμφωνησω σε υτο που λες οτι οποιες γυναικες δεν περιοριζονται απλως στο να δουλευουν και θελουν να κανουν καριερα, ας μην κανουν παιδια. Πιστευω ομως οτι σε αυτην την περιπτωση παλι θα πουνε οτι οι γυναικες εχουν ξεφυγει επειδη διαλεγουν καριερα και οχι οικογενεια. Και αυτο ειναι που με ενοχλει. Δε λεω να αναλαβει εξολοκληρου ενας αντρας το παιδι. Η τρυφεροτητα συνηθως συνανταται πιο εκδηλη στις γυναικες και αυτο ειναι απαραιτητο για ενα παιδι. Λεω απλως οτι πρεπει να συμβαλουν και οι δυο ωστε να μην αναγκαστει στο τελος η γυναικα να παρατησει τα παντα και να κλειστει σπιτι κατι που δε θεωρω υγιες και ουτε εσυ ο ιδιος υποστηριζεις. Εξαλλου δεν ειναι ολες οι γυναικες καριεριστες ωστε να δικαιολογουν αυτα τα οποια λες περι καταστροφη της οικογενειας εξαιτιας τους. Οι περισσοτερες απλως δουλευουν. Να προσθεσω επισης οτι παρα τη μεγαλυτερη ισως τρυφεροτητα της γυναικας ενα παιδι χρειαζεται εξισου και τους δυο γονεις οταν υπαρχουν, κοντα του. Με ο,τι χαρακτηριστικα εχει ο καθενας να του δωσει. Αρα τον ιδιο χρονο που εχει αναγκη το παιδι τη μητερα του, τον ιδιο χρονο θα εχει αναγκη και τον πατερα του. Θεωρειται τους εαυτους σας δευτερευοντες στην ανατροφη ενος παιδιου; Ε, λοιπον μπορω να σου πω οτι αυτο ειναι μυθος. Αν ενας αντρας θεωρει οτι δεν μπορει να προσφερει στο παιδι του οσα μια γυναικα σε συναισθηματικο επιπεδο, εστω και με τον δικο του τροπο, τοτε ισως σημαινει οτι δεν ειναι καταλληλος για πατερας και οχι το οτι ειναι αντρας.Ξερεις ποσα παιδια εχει καταστρεψει η συναισθηματικη ακαταλληλοτητα καποιων ανθρωπων που γινονται γονεις; Το παιδι σου θα σε εχει αναγκη οσες ακριβως ωρες θα χρειαζεται τη μανα του. Γι' αυτο λεω οτι και οι δυο πρεπει να συναντιουνται καπου στη μεση. Διαχωριζοντας την καριερα απο τη δουλεια θα πω οτι οποιος θελει να κανει καριερα και οχι απλα να δουλευει, μιας και θεωρειται εγωιστικο να παραμελει το παιδι του για την ανελιξη του, ο,τι φυλο και να ειναι ας μην κανει παιδια, οπως ειπες. Αλλα ανεξαρτητως φυλου. Οχι ο ενας να εχει δικαιωμα και στην επαγγελματικη ανελιξη και στην οικογενεια και μονο η αλλη να πρεπει να διαλεξει αναμεσα στα δυο.Εφοσον και οι δυο ειναι εξισου απαραιτητοι για ενα παιδι θα πρεπει και οι δυο να μπουνε στη διαδικασια να διαλεξουν αφου πιστευεις οτι δε συνδιαζονται αυτα τα δυο στην πραξη. Τοσο απλα. Και τελος, το οτι οι γυναικες εχουν γινει χιλια κομματια δε φταιει το οτι ολες θελουν να κανουν τη μεγαλη καριερα. Οπως ειπα πολλες απλως δουλευουν. Εσεις ομως εχετε αφησει τα παντα επανω τους. Και δουλεια και παιδια και ολα τα υπολοιπα, να μην επεκταθω.Εσεις βοηθατε καθολου στα οικογενειακα ζητηματα και στα θεματα του σπιτιου; Δε γινεται να θελεις απο μια γυναικα να δουλευει (κατι που πρεπει να σεβαστεις) να ειναι δουλα και κυρα, μανα, π...να στο κρεβατι και να εχει χρονο να περιποιηθει και τον εαυτο της ωστε να μην τη βαρεθεις εσυ και βρεις καμια αλλη. Για να δεις οτι κι εσεις οι αντρες καμια φορα μοιαζει να θελετε και την πιτα ολοκληρη και το σκλυλο χορτατο. Δε λεω ολοι, αλλα σιγουρα υπαρχουν και αυτοι. Βρεθειτε καπου στη μεση και ολα θα γινουν
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Μια ταινια που μου εκανε κλικ...

 BLACK SWAN

Δειτε το!


Διαβάστε περισσότερα...

Σαν σήμερα το 1890 η 7η ίλη ιππικού των ΗΠΑ σκοτώνει 400 άνδρες και γυναικόπαιδα στην τοποθεσία Wounded Knee Creek. Είναι η τελευταία μεγάλη μάχη Ινδιάνων και αμερικανικών δυνάμεων.

Στις αρχές του 1890 οι διακρίσεις σε βάρος των Ινδιάνων στις ΗΠΑ βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη, παρά τις αποσπασματικές προσπάθειες της κυβέρνησης να τους εντάξει στην κοινωνία. Ο μεγάλος καταυλισμός των Σιου στη Νότια Ντακότα, που καταλάμβανε σχεδόν το σύνολο της πολιτείας, διαλύθηκε προς όφελος των λευκών εποίκων και των χρυσοθήρων. Στη θέση του δημιουργήθηκαν έξι μικρότεροι. Ο ζωτικός χώρος των Ινδιάνων μειωνόταν και οι κυνηγοί Σιου αντιμετώπιζαν έλλειψη θηραμάτων σε συνδυασμό με την άγονη γη.

Τότε εμφανίσθηκε... δίκην προφήτη ένας σοφός Σιου ονόματι Γουοβόκα, που υποστήριξε ότι συνάντησε τον Θεό. Αυτός του είπε ότι πρέπει να διδάξει στους ανθρώπους του την αγάπη για τον πλησίον, την ειρήνη και τη συνεργασία με τους λευκούς και τη σκληρή δουλειά. Ο Θεός του δίδαξε ένα χορό, που θα μπορούσε να φέρει ξανά τη γονιμότητα στη γη και να γεμίσει την περιοχή του με βουβάλια.

Ο Γουοβόκα άρχισε να προσελκύει μεγάλα πλήθη Ινδιάνων και από άλλες φυλές. Αυτό ανησύχησε τους λευκούς, οι οποίοι παρερμήνευσαν το νόημα των λόγων του ινδιάνου προφήτη και διαμήνυσαν στην κυβέρνηση ότι οι Σιου είναι έτοιμοι για εξέγερση. Επί τόπου έφθασαν 3.000 άνδρες του 7ου Συντάγματος Ιππικού με τέσσερα ταχυβόλα τύπου «Χότσκις» και επικεφαλής τον συνταγματάρχη Τζέιμς Φορσάιθ.

Το πρωί της 29ης Δεκεμβρίου μια ίλη ιππικού από 500 άνδρες περικύκλωσε ένα καταυλισμό των Λακότα Σιου την ώρα που χόρευαν τον χορό του Γουοβάκα και τους ζήτησαν να παραδώσουν τα όπλα τους. Στον καταυλισμό εκείνη την ώρα βρίσκονταν 230 άνδρες και 120 γυναικόπαιδα. Οι περισσότεροι υπάκουσαν στη διαταγή, αλλά ένας Ινδιάνος με το όνομα Μαύρο Κογιότ ζήτησε χρήματα για να παραδώσει το όπλο του. Δημιουργήθηκε μια παρεξήγηση με δύο στρατιώτες, καθότι ήταν κουφός. Ήρθαν στα χέρια και το όπλο του Μαύρου Κογιότ εκπυρσοκρότησε.

Αυτό θεωρήθηκε επίθεση από τους πολυβολητές της ιλαρχίας και τα «Χότσκις» άρχισαν να «κελαηδάνε». Μέσα σε λίγα λεπτά ο καταυλισμός γέμισε από πτώματα. 146 Λακότα Σιου σκοτώθηκαν (84 άνδρες, 44 γυναίκες, 18 παιδιά) και 50 τραυματίστηκαν. Μεταξύ των νεκρών και ο αρχηγός τους, το Μεγάλο Πόδι. Το Ιππικό είχε 25 νεκρούς και 39 τραυματίες, οι περισσότεροι από φίλια πυρά.

Ο επικεφαλής της επιχείρησης συνταγματάρχης Φορσάιθ απαλλάχθηκε πάραυτα των καθηκόντων του με διαταγή του επιτελάρχη στρατηγού Νέλσον Μάιλς, που έκανε λόγο για «ηθελημένο μακελειό στο Γούντεντ Νι». Διαφορετική ήταν η άποψη των πολιτικών του προϊσταμένων, που τον απήλλαξαν από κάθε κατηγορία και τον αποκατέστησαν στη διοίκηση του 7ου Συντάγματος Ιππικού.

Η αμερικανική κοινή γνώμη πήρε το μέρος του στρατού, ενώ υποτυπώδεις ήταν οι αντιδράσεις των Ινδιάνων, εξαιτίας της αδύνατης θέσης τους και των μεταξύ τους αντιπαραθέσεων. Πολύ αργότερα, το Γούντεντ Νι έγινε σημείο αναφοράς και σύμβολο του αγώνα των Ινδιάνων για αξιοπρέπεια και δικαίωση. Μόλις μετά το 1970 άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα κριτικά κείμενα για το αιματηρό περιστατικό. Πολλοί συγγραφείς θεωρούν τη Σφαγή στο Γούντεντ Νι μία από τις πιο θλιβερές σελίδες στην ιστορία των ΗΠΑ.
Απο Κυριακατικο σχολειο μεταναστων
Πηγη:http://www.sansimera.gr/articles/374
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

 
Αν ο Σεργκέι Άιζενστάιν είναι ο άνθρωπος που ουσιαστικά δημιουργεί τον Ρωσικό κινηματογράφο, ο Αντρέι Ταρκόφσκι είναι αυτός που τον καθιερώνει. To 1932, ο Ταρκόφσκι γεννιέται στην Ζαβράγιε της Ρωσίας. Γόνος καλλιτεχνικής οικογένειας, ο πατέρας του Αρσένι Ταρκόφσκι ήταν ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Ρωσίας, στράφηκε από νωρ...ίς στις τέχνες. Σπούδασε μουσική, ζωγραφική και γλυπτική. Στο «βιογραφικό» του περιλαμβάνεται και η γνώση αραβικών.

Solyaris

Το 1956, ο 24χρονος Αντρέι αποφασίζει να εισέλθει στο κόσμο του κινηματογράφου και εγγράφεται στη κινηματογραφική σχολή της Μόσχας VGIK. Δίπλα στο σκηνοθέτη Μιχαήλ Ρομ («Αληθινός φασισμός», «Παχουλή») θα μάθει τα μυστικά της 7ης τέχνης. Τέσσερα χρόνια αργότερα ο Αντρέι Ταρκόφσκι, θα αποφοιτήσει έχοντας γυρίσει και την πρώτη του ταινία, την 46λεπτη «Ο βιολιστής και ο οδοστρωτήρας», η οποία αποτελεί ουσιαστικά και την πρώτη του ταινία.

Η αναγνώριση έρχεται πολύ γρήγορα. Συγκεκριμένα, το 1962 ο Αντρέι Ταρκόφσκι ολοκληρώνει το αριστουργηματικό «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν» και βραβεύεται με τον «Χρυσό Λέοντα» στο Φεστιβάλ της Βενετίας. Ακολουθεί το «Αντρέι Ρουμπλιόφ» (το θρησκευτικό περιεχόμενο της ταινίας προκάλεσε την αντίδραση του Σοβιετικού καθεστώτος), τα επιστημονικής φαντασίας «Σολάρις» και «Στάλκερ», «Ο Καθρέπτης», «Ταξίδι στο χρόνο», «Νοσταλγία» και το κύκνειο άσμα «Θυσία», το οποίο κέρδισε δύο βραβεία στο Φεστιβάλ των Καννών.

The killers

Τα έργα του ισορροπούσαν ανάμεσα στο μεταφυσικό και το ρεαλιστικό. Μνήμες και όνειρα πηγάζουν μέσα από το έργο του, το οποίο βασίζεται σε αυτό που ο ίδιος βάπτισε «γλυπτική του χρόνου». Αυτή η κινηματογραφική θεωρία αναγνωρίζει ως βασικό γνώρισμα της 7ης τέχνης, την καταγραφή της αληθινής ανθρώπινης εμπειρίας του χρόνου. Τα μεγάλης διάρκειας και μακρινά πλάνα καθώς και ο αργός ρυθμός εξυπηρετούν ακριβώς αυτό τον σκοπό.

Ο ίδιος απαρνήθηκε τον «συμβολισμό» και τον χαρακτηρισμό «ποιητικός κινηματογράφος». Το έργο του αντιμετωπίστηκε από τις Σοβιετικές αρχές, τηρουμένων των αναλογιών της εποχής, με επιείκεια. Ο ίδιος μέσα στις σελίδες του ημερολογίου του (* «Μαρτυρολόγιο»), το οποίο διατηρούσε από τη στιγμή που εγκαταστάθηκε σε Ιταλία και Γαλλία, αναφέρει: «Είμαι χαμένος. Δεν μπορώ να ζήσω στη Ρωσία, αλλά ούτε μακριά από αυτήν» και εκφράζει το παράπονό του ότι δεν του επέτρεψαν να υλοποιήσει όλες του τις ιδέες.

Nostalghia

Αν και επιθυμία του ήταν να γυρίζει «δύο ταινίες κάθε χρόνο», όπως εξομολογείται στα κείμενα του, ο Αντρέι Ταρκόφσκι μέσα σε 23 χρόνια ολοκλήρωσε μόλις 7 ταινίες. Επτά ταινίες που σημάδεψαν για πάντα τον παγκόσμιο κινηματογράφο και αδιαμφισβήτητα κατατάσσουν τον δημιουργό τους στους κορυφαίους κινηματογραφιστές όλων των εποχών.

Στις 29 Δεκεμβρίου 1986, ο «ποιητής» του κινηματογράφου – ο ίδιος δεν αποδέχτηκε ποτέ τον χαρακτηρισμό «ποιητικός κινηματογράφος»-, Αντρέι Ταρκόφσκι, αφήνει την τελευταία του πνοή χτυπημένος από την επάρατη νόσο και το όνομα του γράφεται με χρυσά γράμματα στην παγκόσμια ιστορία της 7ης τέχνης.

* Το προσωπικό ημερολόγιο του Andrei Tarkovsky, το οποίο διατηρούσε από το 1970 έως το 1986 και το οποίο έχει εκδοθεί με τον τίτλο «Μαρτυρολόγιο».

* Πρόσφατα βρέθηκε μια ακόμη ταινία του Tarkovsky, από τα φοιτητικά του χρόνια με τίτλο «Φονιάδες», την σκηνοθεσία της οποίας υπογράφει με την Μαρία Μπέικου.
 
Απο Κυριακατικο σχολειο μεταναστων
Πηγη: tvxs
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010


Η Βάσω Κατράκη κατάγεται από το Αιτωλικό. Η νοσταλγία της λιμνοθάλασσας και των απλών ανθρώπων του μόχθου σφράγισε τις πρώιμες φάσεις της δημιουργίας της. Η καταγωγή της Βάσως δεν πλούτισε μονάχα την τέχνη της με μνήμες και εικόνες. Προίκισε κυρίως την ίδια με ένα γνήσιο λαϊκό ήθος, με έναν χαρακτήρα στέρεο και ευθύ, όπου θα βρει πρόσφορο χώμα να ριζώσει ένας ενεργητικός ανθρωπισμός. Αυτό είναι το στημόνι στην τέχνη της Βάσως. Το υφάδι, το μελανό υφάδι, θα της το προσφέρουν άφθονο οι περιστάσεις. Στα βάσανα της φτωχολογιάς θα προστεθούν η Κατοχή, ο Εμφύλιος και αργότερα η δικτατορία. Η Βάσω θα βιώσει τις περιπέτειες του έθνους όχι απλά ως αυτόπτης, αλλά και σαν ήρωας. Γι' αυτό η μαρτυρία της διαθέτει μια ακαταμάχητη πειθώ, την πειθώ του αυθεντικού.

Τη μητρική λαλιά της τέχνης της η Βάσω την ανακαλύπτει σκαλίζοντας ένα... ανεξερεύνητο υλικό, τον ψαμμίτη. Η τραχιά γλώσσα της επιφάνειάς του θα της διδάξει «τα μεγάλα σχήματα, την πλατιά και ελεύθερη χειρονομία», όπως η ίδια ομολογεί. Μέσα από αυτό το αδρό υλικό, και με μια τεχνική που μπορεί να διεκδικήσουν ισότιμα η γλυπτική και η χαρακτική, θα αναδυθεί η μνημειακή και αρχέτυπη ανθρωπότητα της Βάσως.

Τον μνημειακό της χαρακτήρα η τέχνη της Βάσως τον αντλεί από το μέγεθος, την επιβλητικότητα, την αρχαϊκή μετωπικότητα των μορφών της. Αρχέτυπη πάλι η ανθρωπότητά της είναι γιατί εκφράζεται με λίγες συμβολικές μορφές: τον άνδρα, τη γυναίκα, το παιδί, το ανδρόγυνο, τη μάνα, τον καβαλάρη, το άλογο και λίγα λακωνικά συντάγματα με δύο-τρεις μορφές που τις συνέχει βαθιά αλληλεγγύη. Στο έργο της Βάσως δεν υπάρχει δράση ή αφήγηση. Υπάρχουν μόνο καταστάσεις που υποβάλλουν αισθήματα και συγκινήσεις.

Σε όλες τις σειρές των έργων της Βάσως (Καταστάσεις, Πλατυτέρες, Παναγίες, μανάδες με παιδιά, κορμοί, άλογα κτλ.) μπορεί κανείς να ξεχωρίσει δύο διακεκριμένα στάδια. Στο πρώτο η συγκινησιακή πηγή εμπνεύσεως περιγράφεται με σαφήνεια. Οι ακρωτηριασμένοι κορμοί είναι αιχμάλωτοι μέσα στα δεσμά τους, τα πρόσωπα, τα γνώριμα φεγγαρίσια πρόσωπα της Βάσως με τα ηλιακά μάτια, κερματισμένα τώρα, χαρακώνονται από δάκρυα. Σε ένα δεύτερο στάδιο, όπου η χαράκτρια ξεμακραίνει από τα θεματογραφικά της κεντρίσματα, αντιμετωπίζει τις ίδιες πυρογενείς φόρμες σαν αυτόνομα αισθητικά και μορφολογικά προβλήματα. Τα έργα που προκύπτουν από αυτή τη νέα διεργασία προτείνουν αρχέτυπες μορφές αξεπέραστης ποιοτικής στάθμης.

Ο άνθρωπος πότε διατηρεί την πλαστική ανατομία που από παλιά έχει προτείνει η τέχνη της Βάσως Κατράκη, όπου κάθε μέλος, κάθε κίνηση, κάθε χειρονομία γίνεται σήμα ευανάγνωστο και γλώσσα «κοινή», πότε υψώνει τη νέα τοτεμική και γλυπτική μορφή του μέσα στην εύγλωττη σιωπή του λευκού, που μοιάζει να βεβαιώνει την οντολογική του μοναξιά και την πλαστική του αυτοτέλεια. Οι ακρωτηριασμένοι, σταυρικοί κορμοί με τα πυκνά περιγράμματα, τις δυναμικές καμπύλες, τις λιτές τραγικές χειρονομίες γίνονται σύμβολα και υψώνουν τη διαμαρτυρία των χειμασμένων συνειδήσεων ενάντια στην καταπίεση εκείνων των χρόνων.

Παρ' όλα αυτά, το έργο της Βάσως παραμένει αισιόδοξο. Οι όρθιοι κορμοί της γίνονται δάσος αλοτόμητο, ακατάλυτο. Η γλυπτική πυκνότητά τους μαρτυρεί την αντοχή και τη διάρκεια του ανθρώπου απέναντι σε κάθε απειλή και η Ποίηση, πανταχού παρούσα, έρχεται να μας βεβαιώσει καθησυχαστικά πως η Ψυχή δεν οστρακώθηκε ακόμη.

Αν είναι αλήθεια πως κάθε γνήσιος καλλιτέχνης ανανεώνει ριζικά την εικόνα του κόσμου και του ανθρώπου, αυτό ισχύει απόλυτα για τη Βάσω. Οι μορφές της, συμπαγείς, ραδινές, με μια βλαστόμορφη ευλυγισία καταλήγουν σε ένα σχηματοποιημένο κεφάλι, που καταυγάζεται από απέραντα, εκφραστικά, απορημένα και άγρυπνα μάτια. Κάποιοι κριτικοί αναγνώρισαν σε αυτό το βλέμμα μνήμες από βυζαντινές Παναγίες. Η αλήθεια είναι πως στην τέχνη της Βάσως συνεκβάλλουν πολλές μνήμες και παραδόσεις. Η βλαστόμορφη ανάπτυξη των κορμών της θυμίζει άλλοτε γεωμετρικά ειδώλια και άλλοτε μορφές από πρωτοαττικούς αμφορείς. Αλλά και στα κυκλαδικά ειδώλια παραπέμπει η τέχνη της χαράκτριας. Θυμηθείτε τα σχηματοποιημένα κεφάλια στις μορφές της, τους μακριούς λαιμούς, τις γλαφυρές καμπύλες, τη δραστική αφαίρεση. Τα συμπλέγματά της, με τα ζυγισμένα κενά και τις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο μαύρο - άσπρο, μαρτυρούν προσεκτική μελέτη της αρχαίας αγγειογραφίας.

Μήπως όμως η τέχνη της παρέμεινε απαθής στα μηνύματα της σύγχρονης τέχνης; Ισα ίσα, αν η χαράκτρια μπόρεσε να εκτιμήσει το διαχρονικό μάθημα της ελληνικής παράδοσης, αυτό το οφείλει σε μια ευαισθησία γυμνασμένη στη σύγχρονη τέχνη. Η αφομοίωση του «μοντερνισμού» της αρχαιότητας και του Βυζαντίου έγινε χάρη στις δημιουργίες καλλιτεχνών όπως ο Μπρανκούζι, ο Τζιακομέτι, ο Χένρι Μουρ. Γι' αυτόν τον λόγο η τέχνη της Βάσως είναι οικουμενική, αρχέγονη και μοντέρνα.
 

Απο Κυριακατικο σχολειο μεταναστων
 

Πηγη: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=34&artid=140938&dt=10%2F03%2F2002#ixzz19Hc4cUg3
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Απο σημερα ως την Κυριακη θα ειμαι εκτος Θεσσαλονικης και δε θα εχω καθολου ιντερνετ! Αυτο σημαινει οτι αυτες τις μερες θα με χασετε και...θα ηρεμησει το κεφαλι σας απο τις ασυναρτητες σκεψεις μου! Θα σας χαιρετησω και θα σας ευχηθω καλα Χριστουγεννα, με μια επικαιρη αναρτηση.



ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ

Η σύγχρονη ζωή και οι νέοι τρόποι επικοινωνίας έχουν καταργήσει πολλά έθιμα των Χριστουγέννων. Κάποιοι,  επιμένουν να διατηρούν την παράδοση.
Χριστούγεννα, η πιο ωραία ημέρα του χρόνου. Το χαμόγελο επιβάλλει την κυριαρχία του, η καρδία του Εμπενίζερ Σκρουτζ, του κάθε Εμπενίζερ, μαλακώνει, η αγάπη κυριεύει τα πάντα, έστω και για ένα εικοσιτετράωρο.
Οι ημέρες του δωδεκαήμερου από παλιά θεωρούνταν ημέρες ανάπαυλας και χαράς. Και τα έθιμα έρχονται να στις υποδείξουν ότι είναι ανθρώπινη κι αναντικατάστατη η ανάγκη να αποκτήσουμε χαμένες ή χαλαρωμένες σχέσεις με αγαπημένα στις πρόσωπα και, πάνω από όλα, βιώνοντας τον άνθρωπο, να πετάξουμε, επιτέλους, στις μάσκες στις…
Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Το στόλισμα του χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι η ουσία των Χριστουγέννων. Το έθιμο στην Ελλάδα έχει ξενική προέλευση και το εισήγαγαν οι Βαυαροί. Για πρώτη φορά στολίστηκε δέντρο στα ανάκτορα του Όθωνα το 1833 και μετά στην Αθήνα. Από το Β’ παγκόσμιο πόλεμο και μετά το δέντρο με στις πολύχρωμες μπάλες μπήκε σε όλα τα ελληνικά σπίτια.
Πρόδρομός του, το χριστόξυλο ή δωδεκαμερίτης ή σκαρκάνζαλος, ένα χοντρό ξύλο από αχλαδιά ή αγριοκερασιά. Τα αγκαθωτά δέντρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα, στις στις καλικάντζαρους. Οι πρόγονοί στις τοποθετούσαν το χριστόξυλο στο τζάκι του σπιτιού την παραμονή των Χριστουγέννων. Η στάχτη των ξύλων προφύλασσε το σπίτι και τα χωράφια από κάθε κακό. Το χριστόξυλο αντικαταστάθηκε από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, το οποίο από τη Γερμανία εξαπλώθηκε και ρίζωσε και στις στις ευρωπαϊκές χώρες, για να ταξιδέψει στη συνέχεια στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Ωστόσο, ο καθηγητής την Χριστιανικής Αρχαιολογίας Κώστας Καλογύρης υποστήριξε ότι το έθιμο του δέντρου δεν έχει γερμανική προέλευση αλλά ανατολίτικη. Την άποψη του στηρίζει σε ένα συριακό κείμενο που υπάρχει σε χειρόγραφο στο Βρετανικό Μουσείο. Το κείμενο αναφέρεται σε έναν ναό που έχτισε το 1512 ο Αναστάσιος ο Ά στα βόρεια στις Συρίας και στον οποίο υπήρχαν δύο μεγάλα ορειχάλκινα δέντρα. Σύμφωνα με μια παράδοση, το στόλισμα του δέντρου καθιερώθηκε από τον Μαρτίνο Λούθηρο, ο οποίος, περπατώντας τη νύχτα στα δάση και βλέποντας τα χειμωνιάτικα αστέρια να λάμπουν μέσα στα κλαδιά, συνέλαβε την ιδέα στις τοποθέτησης στις φωτεινού δέντρου στο σπίτι του, που θα απεικόνιζε τον έναστρο ουρανό απ’ όπου ο Χριστός ήρθε στον κόσμο.
Χριστόψωμα. Εκτός από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, οι νοικοκυρές φροντίζουν και για την παρασκευή των χριστόψωμων. Το έθιμο διατηρείται σε ελάχιστα μέρη στις Ελλάδας, κυρίως σε ορεινές περιοχές, αφού τα τσουρέκια βασιλεύουν σε πωλήσεις. Τα χριστόψωμα, σύμφωνα με τον καθηγητή Δημήτριο Λουκάτο, αποτελούν το βασικό ψωμί των Χριστουγέννων και το ευλογημένο, αφού αυτό θα στηρίξει τη ζωή του νοικοκύρη και στις οικογένειάς του.
Γαλοπούλα. Κύριο πιάτο την ήμερα των Χριστουγέννων είναι η γαλοπούλα, που έφτασε στην Ευρώπη από το Μεξικό το 1824 στις Ωστόσο, σε αρκετές περιοχές στις χώρας στις διατηρείται το έθιμο στις κοτόσουπας, και ιδιαίτερα στη Θεσσαλία. Παλαιότερα η κοτόσουπα αποτελούσε το κυρίως πιάτο που έτρωγαν οι Έλληνες όταν επέστρεφαν από την εκκλησία. Σήμερα η βρώση στις γαλοπούλας έγινε σύμβολο καλοπέρασης.
Βασιλόπιτα. Το κόψιμο στις βασιλόπιτας είναι από τα ελάχιστα αρχέγονα έθιμα που επιβιώνουν. Σύμφωνα με τον καθηγητή Δημήτρη Λουκάτο αποτελεί εξέλιξη του γνωστού και λαϊκού εθίμου στις πρωτοχρονιάτικης πίτας. Στην αρχαιότητα υπήρχε το έθιμο του εορταστικού άρτου, τον οποίο σε μεγάλες αγροτικές γιορτές οι αρχαίοι Έλληνες πρόσφεραν στις θεούς. Τέτοιες γιορτές ήταν τα Θαλύσια και τα Θεσμοφόρια. Χαρακτηριστικό στοιχείο στις βασιλόπιτας είναι ότι ο άνθρωπος δοκιμάζει την τύχη του με το κέρμα στις, προσπαθώντας να μαντέψει πώς θα του έρθουν τα πράγματα στη νέα χρονιά. Σε όποιον πέσει το φλουρί, στις θα είναι ο τυχερός και ευνοούμενος του νέου έτους!
Ο τζόγος. Την Πρωτοχρονιά συνηθίζουμε να παίζουμε χαρτιά είτε στα καζίνα είτε στα σπίτια στις. Η λέξη “τράπουλα” προέρχεται από την ιταλική trapola, που σημαίνει παγίδα, δόλο. Τα μεσαιωνικά χρόνια με τη λέξη αυτή ονόμαζαν τη δέσμη με τα παιγνιόχαρτα. Τα χαρτιά τα γνώρισε η Ευρώπη από στις ανατολικούς λαούς. Τα έφεραν οι Άραβες με στις κατακτήσεις στις στην Ισπανία. Στην Ανατολή διεκδικούν την πατρότητα οι Βραχμάνοι, οι Κινέζοι και οι Αιγύπτιοι. Οι Ιταλοί άρχοντες, στις, ήταν εκείνοι που τα αγάπησαν ιδιαίτερα. Το παιχνίδι γίνεται είτε με μαντική είτε με μαγική διάθεση. Γι’ αυτό ο κάθε παίχτης προσπαθεί να κερδίσει όλο τον χρόνο.
Ξέφωτα. Η γιορτή των Θεοφανίων είναι μία από στις λαμπρότερες του έτους, καθώς γιορτάζεται στην αρχή στις στις χρονιάς. Τη μέρα αυτή ολοκληρώνεται το δωδεκαήμερο. Την πρώτη μαρτυρία γι’ αυτήν την γιορτή στις την δίνει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς στις αρχές των μεταχριστιανικών χρόνων. Στην αρχαία Ελλάδα γιορτάζονται τα “Θεοφάνια” στην αρχή στις άνοιξης στις Δελφούς.
Ο λαός ονομάζει τα Θεοφάνια και “φώτα ολόφωτα”, “ξέφωτα”, και “φωτόγεννα”, επειδή τότε φωτίζεται ο κόσμος και αγιάζονται τα νερά. Στις εκκλησίες ψάλλετε το “Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου…”. Κατόπιν οι πιστοί παρακολουθούν τη ρίψη του σταυρού στη θάλασσα, στον ποταμό ή σε δεξαμενή, όταν δεν βρίσκονται κοντά σε παραθαλάσσιο ή παραποτάμιο μέρος. Έπειτα οι κολυμβητές πέφτουν στα νερά για να πιάσουν τον σταυρό, τον οποίο παλαιότερα περιέφεραν στα σπίτια.
Αυτές στις ημέρες στη Δράμα οι πιστοί μεταμφιέζονται και φορούν μάσκες με τρομακτική όψη. Φέρουν κουδούνια και περιφέρονται στο χωριό κάνοντας εκκωφαντικούς θορύβους. Είναι τα περίφημα ροκατζάρια, ένα έθιμο που συμβολίζει τον καθαρμό και την εκδίωξη των δαιμονικών όντων και των κακοποιών στοιχείων του δωδεκαήμερου.
“Οι έξω από δω”. Είναι οι γνωστοί σε όλους στις καλικάντζαροι. Πρόκειται για δαιμονικές μορφές που ζουν στα έγκατα στις Γης και κατά τη διάρκεια στις χρονιάς πριονίζουν το δέντρο στις Γης για να γκρεμίσουν τον κόσμο. Το δωδεκαήμερο ανεβαίνουν πάνω για να πειράξουν και να μοιάσουν στις ανθρώπους. Η ονομασία στις προέρχεται από το επίθετο “καλός” και από το “κάνθαρος”. Ο λαϊκός άνθρωπος φανταζόταν στις καλικάντζαρους τριχωτούς με μορφή τράγου που σύχναζαν στα τρίστρατα. Στις εξευμένιζαν καίγοντας αλάτι ή κρεμώντας πίσω από την πόρτα κατωσάγονο ή πανωσάγονο χοίρου. Οι καλικάντζαροι εξαφανίζονταν τα Φώτα με τον αγιασμό των νερών.
Τα κάλαντα. Και ποιος δεν έχει τραγουδήσει τα κάλαντα όταν ήταν παιδί! Κάλαντα, “αι διαβατήριαι επωδαί” κατά στις λαογράφους. Τα φιλοδωρήματα που δίνουμε είναι ένα είδος εξαγοράς των ευχών που στις λένε τα παιδιά. Τα κάλαντα είναι μια πράξη τελετουργική, η οποία –σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη- έχει αποτέλεσμα την ευημερία.
Κάρτες. Οι χριστουγεννιάτικες και πρωτοχρονιάτικες κάρτες, οι οποίες λειτουργούν ως επικοινωνιακοί αγγελιοφόροι χριστουγεννιάτικων και πρωτοχρονιάτικων μηνυμάτων, αποτελούν αναπόσπαστο συμπλήρωμα των εορτών. Στις κάρτες απεικονίζονται κατά κύριο λόγο η γέννηση του Χριστού με τη φάτνη, οι τρεις μάγοι με τα δώρα, άγγελοι και αστέρια…Το στερεότυπο ευχετικό μικροκείμενο των καρτών είναι “Καλά Χριστούγεννα και Ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος”.
Η χριστουγεννιάτικη κάρτα θεωρείται ότι είναι αγγλική επινόηση. Την πατρότητά στις διεκδικεί αρχικά ο Γουίλιαμ Έντλεϊ, ο οποίος φέρεται ως ο σχεδιαστής στις πρώτης κάρτας το 1842, που είναι σήμερα έκθεμα του Βρετανικού Μουσείο. Μερικά χρόνια αργότερα η μόδα στις κάρτας έφτασε στην Αμερική, στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία. Η Δανία θεωρείται ότι είναι η πιο φημισμένη χώρα στις πωλήσεις των καρτών. Διακινεί κάθε χρόνο 50.000.000 κάρτες. Στην Ελλάδα οι κάρτες παρουσιάστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα από Έλληνες μετανάστες στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και στην Αυστραλία.

πηγη: http://www.c-xperts.gr/mathites/e8ima.htm

Καλα Χριστουγεννα σε ολους! Τα λεμε απο βδομαδα! :)
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010


Σαν αήμερα το 1849 η εκτέλεση του ρώσου συγγραφέα Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι ματαιώνεται την τελευταία στιγμή. Είχε καταδικαστεί για αντιτσαρική προπαγάνδα.
Ο κορυφαίος Ρώσος δημιουργός, το έργο του οποίου αποτελεί ορόσημο στην παγκόσμια λογοτεχνία γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1821. Ο ιδιοφυής Ντοστογιέφσκι χαρακτηρίζεται από τους κριτικούς ως ένας από τους σπουδαιότερους ψυχογράφους ενώ είναι αξιοθαύμαστη η ποιότητα του συνόλου των έργων του, η πλειοψηφία των οποίων χαρακτηρίζεται αριστουργηματική.

Η ζωή του συγγραφέα

Ο Fyodor Mikhailovich Dostoyevsky γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου του 1821 στη Μόσχα. Ο μεσοαστός πατέρας του Mikhail Andreevich, συνταξιούχος στρατιωτικός χειρούργος, ήταν αλκοολικός με βίαια ξεσπάσματα ενώ η μητέρα του Maria το άκρως αντίθετο, μια τρυφερή μορφή με την οποία ο νεαρός Fyodor είχε μια βαθιά σχέση αγάπης. Η μητέρα, η οποία πέθανε από φυματίωση την ίδια μέρα με τον... εθνικό ποιητή της Ρωσίας Aleksandr Pushkin το 1837, αποτέλεσε το πρότυπο της γυναικείας καρτερικότητας και καλοσύνης για πολλές ηρωίδες στο έργο του ενώ εμφύσησε στον γιο της τη βαθιά χριστιανική της πίστη.

Τον επόμενο χρόνο ο 17χρονος Fyodor εστάλη με τον αδερφό του Mikhail σε οικοτροφείο. Ο δρ. Ντοστογιέφσκι βυθίστηκε ακόμα περισσότερο στο αλκοόλ και οι εκρήξεις βίας του έγιναν πιο συχνές και άγριες εις βάρος των δουλοπάροικών του, κάτι που απέβη μοιραίο, αφού στις αρχές του Ιούνη ο γιατρός βρέθηκε δολοφονημένος - κατά τις ενδείξεις από υποτελείς του.

Ήδη πριν από το θάνατο του πατέρα του, ο Fyodor είχε ξεκινήσει σπουδές στη Στρατιωτική Ακαδημία Μηχανικών, στην Αγία Πετρούπολη. Αν και απογοητεύτηκε σύντομα από το είδος της μόρφωσης που τελικά λάμβανε στην Ακαδημία, αποφοίτησε το 1843 με μέτριους βαθμούς. Μέτριοι βαθμοί, μέτριος ως συνέπεια και ο μισθός της θέσης γραφείου στην οποία διορίστηκε. Ζούσε σε συνθήκες πενίας, αφού ξόδευε απλόχερα τα λίγα που λάμβανε ενώ είχε ήδη αναπτύξει πάθος με τον τζόγο, κάτι το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα να βρίσκεται χρεωμένος σε όλη του σχεδόν τη ζωή. Όταν το 1844 διορίστηκε σε ένα μακρινό πόστο, ωστόσο, αρνήθηκε τη θέση, λαμβάνοντας την απόφαση να ζει πια από την πένα του.

Πρώτη του τυπωμένη δουλειά εμφανίζεται να είναι η μετάφραση της Eugénie Grandet του Honoré de Balzac, ενώ πρώτο δικό του συγγραφικό έργο, ο Φτωχόκοσμος, το 1846, που κερδίζει αμέσως τον έπαινο του γνωστού και με επιρροή κριτικού λογοτεχνίας Vissarion Belinsky. Ο Fyodor έρχεται σε επαφή με λογοτεχνικούς κύκλους και γίνεται μέλος μιας ομάδας ουτοπιστών σοσιαλιστών. Άθελα του, κατά πολλούς, ο Dostoyevsky βρίσκεται μπλεγμένος σε μια συνωμοσία για την ανατροπή του τσάρου Νικόλαου του Α’ και, στις 22 Απριλίου 1849, συνελήφθη και φυλακίστηκε.

Στη δίκη του απαγγέλθηκαν οι ακόλουθες κατηγορίες:

* Ως πρώην αξιωματικός του Στρατού άκουσε επικρίσεις για τον Στρατό χωρίς να αντιδράσει
* Ανάγνωσε σε ένα κύκλο ατόμων μια επιστολή του Belinsky προς τον διάσημο συγγραφέα Nikolai Gogol, στην οποία ασκούνταν κριτική προς την Εκκλησία και την κυβέρνηση
* Είχε στην κατοχή του παράνομο πιεστήριο
* Συμμετείχε σε συνωμοσία για τη δολοφονία του Τσάρου

Ο Dostoyevsky δήλωσε «αθώος» στην τελευταία κατηγορία αλλά χωρίς αυτό να φέρει κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Οι δικαστές καταδίκασαν όλους τους κατηγορούμενους σε θάνατο από εκτελεστικό απόσπασμα. Στις 22 Δεκεμβρίου του 1849, ο 28χρονος Fyodor οδηγείται, μαζί με τα άλλα μέλη του Κύκλου Petrashevsky, ενώπιον του αποσπάσματος. Την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή, ωστόσο, η εκτέλεση ματαιώθηκε αφού ανακοινώθηκε η απόφαση του Τσάρου να μετατρέψει την θανατική καταδίκη σε καταναγκαστικά έργα, στο Ομσκ της Σιβηρίας.

Στην παγωμένη Σιβηρία ο Dostoyevsky πέρασε τέσσερα χρόνια με βασανισμούς και εξευτελισμούς. Η επιληψία από την οποία έπασχε όλη του τη ζωή επιδεινώθηκε. Το 1854 απελευθερώνεται από τη φυλακή αλλά είναι υποχρεωμένος να εκτίσει το δεύτερο μέρος της ποινής του, τη στρατιωτική θητεία στην εσχατιά της Σιβηρίας, κοντά στα σύνορα με την Κίνα. Εκεί γνωρίζεται και με την Maria Dmitrievna Isaev, μια ήδη παντρεμένη γυναίκα και την ερωτεύεται. Το ζευγάρι παντρεύεται το 1857, μετά το θάνατο του συζύγου της, αλλά ο έγγαμος βίος δεν φέρνει την ευτυχία που ονειρευόταν ο Dostoyevsky. Από τις εμπειρίες του στο κάτεργο θα προκύψει το Σπίτι των Νεκρών (1862).

Απασχολείται όλο και περισσότερο με τη συγγραφή και τα ερωτήματα που τον απασχολούν, οι εμπειρίες από τη φυλακή και τη στρατιωτική εξορία είχαν επιφέρει μεγάλες αλλαγές στις πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις του. Βαθιά θρησκευόμενος και πιο συντηρητικός έχει πολύ πιο κριτική στάση απέναντι στα ευρωπαϊκά φιλοσοφικά ρεύματα και στα γραπτά του ασχολείται όλο και περισσότερο με τις ρώσικες παραδοσιακές αξίες της υπαίθρου.

Το 1859 επιστρέφει ξανά στην Αγία Πετρούπολη και προχωρά μαζί με τον αδερφό του Mikhail στην έκδοση δυο περιοδικών, Vremya(Χρόνος) και Epokha(Εποχή), χωρίς επιτυχία όμως. Το 1864 επιφυλάσσει σκληρά χτυπήματα για τον Dostoyevsky: η σύζυγος του πεθαίνει από φυματίωση και σύντομα συνοδεύει στον τάφο και τον αδερφό του. Ενώ είναι ήδη χρεωμένος, αναλαμβάνει και τα χρέη του αδερφού του καθώς και τη διατροφή της χήρας και των παιδιών του.

Βυθίζεται στην κατάθλιψη και συχνάζει όλο και περισσότερο σε σαλόνια τζόγου, συσσωρεύοντας όλο και περισσότερα χρέη. Σύμφωνα με πολλές αναφορές ολοκλήρωσε υπό μεγάλη βιασύνη το Έγκλημα και Τιμωρία , το διασημότερο μάλλον έργο του, προκειμένου να λάβει μια προκαταβολή που είχε μεγάλη ανάγκη. Το Έγκλημα και Τιμωρία δημοσιεύθηκε την περίοδο Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου του 1866 στο Ruskii vestnik (Ο Ρώσος Αγγελιοφόρος) και κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο ως βιβλίο. Με παρόμοιο τρόπο έγραψε και τον Παίχτη , αφού αν δεν τον παρέδιδε έγκαιρα, ο εκδότης του θα διεκδικούσε όλα τα δικαιώματα του συγγραφέα.

Ερωτεύεται την 20χρονη στενογράφο Anna Grigoryevna Snitkina, στην οποία υπαγορεύει τον Παίχτη,και το 1867 παντρεύονται. Για να αποφύγει τους δανειστές το ζευγάρι αναχωρεί για την Ευρώπη, όπου θα παραμείνει για τέσσερα χρόνια. Επισκέπτονται τη Γερμανία, την Ελβετία και την Ιταλία ενώ η φήμη του Dostoyevskyπίσω στη Ρωσία μεγαλώνει σταδιακά. Οι Δαιμονισμένοι σημειώνουν μεγάλη επιτυχία όπως και οι μηνιαίες δημοσιεύσεις του Ημερολόγιου του Συγγραφέα, τα χρόνια 1873-1881.

Την εποχή που κυκλοφορούν οι «Αδερφοί Καραμαζώφ» (1879-80), έργο που πολλοί χαρακτηρίζουν ως το καλύτερό του, ο Dostoyevsky απολαμβάνει ήδη την καθολική αναγνώριση ως ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της χώρας του. Με αυτό που έμελλε να είναι το τελευταίο έργο του, ο Dostoyevsky καταπιάνεται με την πατροκτονία, θέμα που απασχολεί σε ολόκληρη τη ζωή του τον συγγραφέα. Το 1880, απαγγέλει τον λόγο για τον Pushkin κατά τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του μεγάλου ποιητή στη Μόσχα.

Με την ηλικία γίνεται όλο και πιο δύσκολη η ανάνηψη από τις επιληπτικές κρίσεις και, στις 28 Ιανουαρίου 1881, ο Fyodor Mikhailovich Dostoyevsky πεθαίνει σε ηλικία 60 ετών. Την κηδεία και την νεκρική πομπή του «εθνικού λογοτεχνικού ήρωα» ή «προφήτη» της Ρωσίας παρακολούθησαν σαράντα χιλιάδες πολιτών. Ο τάφος του βρίσκεται στο Μοναστήρι Alexander Nevsky στην Αγία Πετρούπολη.

Λέγεται ότι o Leo Tolstoy, αν και δεν είχαν συναντηθεί ποτέ οι δυό τους, ξέσπασε σε δάκρυα όταν έμαθε για το θάνατο του Dostoyevsky καθώς και ότι όταν ο Tolstoy πέθανε, στον σιδηροδρομικό σταθμό Astapovo, είχε μαζί του ένα αντίτυπο τωνΑδερφών Καραμαζόφ.

Εκτός από τους Ρώσους, ο Dostoyevsky επηρέασε σημαντικά και πολλούς άλλους σύγχρονούς του και μελλοντικούς συγγραφείς, όπως οι Thomas Mann, Ernest Hemmingway, Virginia Woolf, James Joyce, κ.α. Ο Albert Camus αναγνώριζε στον Dostoyevsky τον σπουδαιότερο προφήτη του 20ού αιώνα, ενώ τόσο ο Nietzsche όσο και ο Sigmund Freud έχουν αντλήσει από το έργο του. Ο Nietzsche αναφερόταν στον Dostoyevsky ως τον μοναδικό ψυχολόγο από τον οποίο είχε να μάθει κάτι. Ο Freud έγραψε το άρθρο Ο Dostoyevsky και η Πατροκτονία και αν και είναι κριτικός απέναντι στο έργο του συγγραφέα, κατατάσσει τους αδερφούς Καραμαζόφ μεταξύ των τριών σπουδαίοτερων έργων λογοτεχνίας. Ο δε Albert Einstein είχε πει: «ο Dostoyevsky μου προσφέρει πολύ περισσότερα από οποιονδήποτε επιστήμονα».
Πηγη: tvxs
Απο Κυριακατικο σχολειο μεταναστων
Διαβάστε περισσότερα...

Mε αφορμή σαν σήμερα την απεργία το 1927 των δημοσίων υπαλλήλων για να τους καταβληθεί δώρο Χριστουγέννων, μερικές σκόρπιες σκέψεις.
Κάποτε το παρελθόν είναι διδακτικό σε δύσκολες καταστάσεις, όπως η σημερινή. Η περικοπή του πασχαλινού δώρου κατά 30% δεν είναι η μεγαλύτερη που έχει επιβληθεί. Πριν από πέντε δεκαετίες (Μάρτιος 1953) είχε συρρικνωθεί στο μισό! Τότε στην κυβέρνηση βρισκόταν ο στρατάρχης Αλ. Παπάγος, με νούμερο 2 στην κυβέρνηση του «Συναγερμού» τον υπουργό Συντονισμού Σπ. Μαρκεζίνη.
Το σκεπτικό ήταν περίπου το ίδιο με το σημερινό (δημοσιονομικό έλλειμμα, «πατριωτικές» θυσίες για να μην καταρρεύσει η οικονομία κλπ.). Εντασσόταν σε μια ευρύτερη κυβερνητική εκστρατεία με φορολογικά μέτρα που έπαιρναν χαρακτήρα λεηλασίας των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων. Το τελευταία αποδείχτηκε εκ των υστέρων με επίσημα στοιχεία. Τα επιδόματα των εορτών του Πάσχα και των Χριστουγέννων στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα είχαν θεσμοθετηθεί λίγα χρόνια νωρίτερα. Η κατοχύρωση και η κανονική καταβολή τους βρίσκονταν στο επίκεντρο των εργατοϋπαλληλικών αγώνων.

Ριζωμένη
Οπως είδαμε την περασμένη Κυριακή, η συνήθεια του «δώρου» των εορτών ήταν...βαθιά ριζωμένη στο νεοελληνικό κράτος. Η διεκδίκηση πασχαλινού δώρου προβάλλεται ως αίτημα από τα χρόνια, ακόμη, του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα και συνδέεται με την κήρυξη της πρώτης νεοελληνικής απεργίας (Μάρτιος 1822 στο Εθνικό Τυπογραφείο).

Ως έθιμο, με διάφορες μορφές και ονομασίες, διατηρήθηκε και αποτέλεσε, κατά κάποιο τρόπο, αντιστάθμισμα στις χαμηλές παραδοσιακά αμοιβές των Ελλήνων εργατοϋπαλλήλων. Οπως, άλλωστε, και γενικότερα συνέβαινε με την επιδοματική πολιτική, η οποία συχνά εντασσόταν και στο «πελατειακό» κομματικό σύστημα.

Με την εμφάνιση των συμβάσεων εργασίας η συνήθεια άρχισε να εδραιώνεται σε ορισμένους κλάδους από τις αρχές του 20ού αιώνα. Από την εμφάνιση του οργανωμένου εργατικού κινήματος και μετά η καθιέρωση των δώρων του Πάσχα και των Χριστουγέννων προβάλλει πια ως σταθερή διεκδίκηση. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη, ιδιαίτερα τις περιόδους των εορτών.

Ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις και οι ιδιοκτήτες τους (π.χ. Κανελλόπουλος, Παπαστράτος, Μποδοσάκης, Κατσάμπας - Στράτος κ.ά.) επικαλούνταν την καταβολή του, μαζί με άλλα επιδόματα (π.χ. γάμου) για να προβάλουν τον φιλεργατισμό τους. Καταβάλλεται, όμως, αναλόγως με τις «φιλανθρωπικές» διαθέσεις της εργοδοσίας.

Στον δημόσιο τομέα από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα έχει τη μορφή έκτακτου επιδόματος. Ετσι, για παράδειγμα , τον Μάρτιο του 1924 από τον πρωθυπουργό και υπουργό Οικονομίας Αλ. Παπαναστασίου «υπεγράφη διαταγή διά της οποίας παρέχεται έκτακτον επίδομα διά τας εορτάς του Πάσχα εις τους κατωτέρους υπαλλήλους των υπουργείων και διαφόρων κρατικών υπηρεσιών».

Στη δεκαετία του 1920 γίνεται ήδη λόγος για τον 13ο μισθό. Εκεί όπου οι εργαζόμενοι έχουν ισχυρά συνδικάτα, όπως για παράδειγμα στους σιδηροδρόμους, θεωρείται κάτι κεκτημένο.

Οι απόπειρες για μη καταβολή του συνιστούν λόγο απεργιακών κινητοποιήσεων. Οταν το 1927 και το 1928 η εταιρεία των Σιδηροδρόμων Αθηνών-Πειραιώς-Πελοποννήσου (ΣΠΑΠ) εκδηλώνει την πρόθεση να μην καταβάλει τον 13ο μισθό, οι σιδηροδρομικοί κινητοποιούνται και τον απαιτούν.

Η εργοδοσία αναγκάζεται να δώσει «υπό τύπον 13ου μισθού τα επτά δέκατα (7/10) της μισθοδοσίας» τόσο στο μόνιμο όσο και το προσωρινό προσωπικό. Αξίζει να σημειωθεί ότι η χορήγηση προβλεπόταν σε ειδικό νόμο, με τον οποίο το εισιτήριο επιβαρυνόταν για τον σκοπό αυτό.

Απεργίες τη δεκαετία του 1930
Στη δεκαετία του 1930, μέχρι την επιβολή της δικτατορίας Μεταξά, σημειώνονται συνεχείς κινητοποιήσεις για την καταβολή των εορταστικών επιδομάτων. Διεκδικούνται πεισματικά προκειμένου να ενισχυθούν κάπως τα εισοδήματα πείνας. Σύμφωνα με τις πηγές της εποχής, παρά το «εθιμικό δίκαιο», τα δώρα ή δεν δίνονται καθόλου ή περικόπτονται δραστικά. Ετσι, το 1930 κηρύσσονται απεργίες, γίνονται συλλαλητήρια με το «δώρο» να προβάλλεται ως ένα από τα βασικά αιτήματα. Στη «μόδα» είναι τότε, αντί επιδόματος, να παρέχονται βοηθήματα ή δάνεια για την καταβολή του «δώρου» και να παρακρατούνται ή να εξοφλούνται αργότερα με διάφορους τρόπους.

Εν μέσω εμφυλίου πολέμου
Ακόμη και εν μέσω εμφυλίου πολέμου, εργάτες και υπάλληλοι στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα διεκδικούν την καταβολή πασχαλινού επιδόματος. Στις 8 Απριλίου 1947 κηρύσσεται, μάλιστα, 48ωρη απεργία με μεγάλη επιτυχία, παρά την κινδυνολογία της κυβέρνησης για? την πατρίδα που κινδυνεύει. Τότε θα καταβαλλόταν για πρώτη φορά το «δώρο», μετά τη νομοθετική ρύθμιση της προηγούμενης χρονιάς. Οι εργαζόμενοι διεκδικούσαν καταβολή ολόκληρου μισθού ή 25 ημερομισθίων. Με απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής το ύψος του δώρου για όλους τους μισθωτούς και συνταξιούχους έθιγε «την αξιοπρέπεια των εργατοϋπαλλήλων», όπως καταγγείλανε οι απεργοί.

Υπό αμφισβήτηση μετά την απελευθέρωση

Τις παραμονές του Πάσχα του 1945 η κυβέρνηση Βούλγαρη αποφάσισε να μη χορηγήσει δώρο στους δημόσιους υπαλλήλους κι όσους εργάζονταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (τράπεζες, σιδηρόδρομοι κ.ά.).

Η απόφαση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, κινητοποιήσεις, απεργίες και στάσεις εργασίας. Διαβάζουμε στα ρεπορτάζ της εποχής: «Το άμεσο αίτημά τους είναι το πασχαλινό επίδομα που αποτελεί μια πλατιά κατάκτηση όλων των εργατών και υπαλλήλων, που δεν τόλμησαν να θίξουν ούτε αυτές οι χιτλερόδουλες κυβερνήσεις...»

Πραγματικά, το «δώρο» διατηρήθηκε, έστω τυπικά, και από τις κατοχικές κυβερνήσεις. Ο «πρωθυπουργός» Τσολάκογλου, σε μια από τις πρώτες θεατρικές χειρονομίες, για να δείξει το φιλεργατικό, δήθεν, πρόσωπο όσων ανέλαβαν να συνθηκολογήσουν και να υπηρετήσουν τους κατακτητές, είχε εκδώσει το 1941 σχετικό διάταγμα. Σύμφωνα με αυτό το επίδομα των γιορτών «όπου από συνήθεια ή από έθιμο ή από διάταξη σύμβασης εργασίας καταβάλλεται θα συνεχίσει να καταβάλλεται».

Αμέσως μετά την απελευθέρωση και μέσα στη δίνη των Δεκεμβριανών θέμα δώρου, φυσικά, δεν τέθηκε. Η αμφισβήτηση όμως θα αρχίσει.

Το σκεπτικό της περικοπής του το 1945 θα αναδειχθεί σε ιδεολόγημα κυβερνήσεων και εργοδοσίας τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με αυτό η παροχή έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης θα τροφοδοτούσε τον καλπάζοντα τότε πληθωρισμό!

Το αίτημα
Η Κεντρική Πανυπαλληλική Επιτροπή, που εξέφραζε το σύνολο των εργαζομένων στο Δημόσιο, καλούσε την κυβέρνηση να ικανοποιήσει το αίτημα «διά να δυνηθούν οι βασανισμένοι Ελληνες να εορτάσουν το εφετεινόν ελεύθερον Πάσχα, γεγονός που θα αποδείξει ότι υφίσταται στοιχειώδης έστω κατανόησις της αθλίας καταστάσεως εις την οποίαν έχουν περιαχθή ούτοι εκ της πλήρους και επί μακρά έτη εγκαταλείψεών των εις την πείναν και γενικήν εξαθλίωσιν».

Ας σημειωθεί ότι οι υπάλληλοι διεκδικούσαν την καταβολή ολόκληρου μισθού και όχι μισού, όπως τελικά θα επισημοποιηθεί. Αλλη γνώμη είχαν, όμως, ο υπουργός Οικονομικών Μ. Πεσμαζόγλου, οι Αγγλοι εμπειρογνώμονες και ο Βρετανός πρεσβευτής (επισήμως εμπλεκόταν στην υπόθεση!). Οπως, βεβαίως, επιχειρηματίες και έμποροι. Ο σύλλογος των τελευταίων περιορίστηκε να ανακοινώσει ότι θα συστήσει στα μέλη του να καταβάλουν το δώρο.

Τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς (κυβέρνηση Θ. Σοφούλη) το δώρο καταβλήθηκε κανονικά, ως «έκτακτο επίδομα» και «υπό τύπον 13ου μισθού».

Αλλά και μετά τη θεσμοθέτηση του «δώρου» το 1946, με την εκχώρηση της αρμοδιότητας στους υπουργούς Οικονομικών και Εργασίας να το προσδιορίζουν ως «έκτακτη οικονομική ενίσχυση», δεν σταμάτησαν οι απόπειρες για υπονόμευση. Ξεκίνησαν αμέσως με την έκδοση της υπουργικής απόφασης, που όριζε ότι το επίδομα ή μέρος του δικαιούνται μόνο όσοι μισθοδοτούνταν τον Δεκέμβριο! Το αποτέλεσμα ήταν, την περίοδο που προηγούνταν (Νοέμβριος) να γίνονται μαζικές απολύσεις!

Μετά την καθιέρωση του «δώρου» οι εργατοϋπαλληλικοί αγώνες αναπτύσσονται γύρω από την επέκταση και τη γενίκευσή του, το ύψος και τη μη περικοπή του, με διάφορα προσχήματα κάθε φορά.

Πρώτα βοήθημα, ύστερα έκτακτο επίδομα και, τελικά, μισθός

Παλιό «κόλπο»
Ιστορικά οι απόπειρες για υπονόμευση του θεσμού από την εργοδοσία ακολουθούσαν έμμεσους δρόμους. Ετσι τη δεκαετία του 1950 ζητούσε να «ενσωματωθεί» στις κανονικές αποδοχές. Βιομήχανοι και επιμελητήρια επανέρχονται από τότε έως σήμερα με παρόμοιες προτάσεις.

Κύριοι σταθμοί
Σταθμός στις νομοθετικές περιπέτειες για την κατοχύρωση του «δώρου» αποτελούν δύο αποφάσεις του Αρείου Πάγου (1962 και 1982). Σύμφωνα μ' αυτές τα επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα, όπως επίσης το επίδομα αδείας, ανήκουν στις τακτικές αποδοχές των εργαζομένων.

Καμία αμφισβήτηση
Μετά την καθιέρωση του «δώρου» και μέχρι να γίνουν κυρίαρχες οι «αξίες» του νεοφιλελευθερισμού» τη δεκαετία του 1990, ουδέποτε αμφισβητήθηκε δημοσίως η χορήγησή του. Οι μάχες δίνονταν για το ύψος, τον τρόπο καταβολής και τις πηγές από τις οποίες θα αντλούνταν.

Η «ληξιαρχική πράξη γέννησης»
Το «δώρο» δεν καθιερώθηκε το 1941, όπως λανθασμένα υποστηρίζεται μερικές φορές.

Αλλά ούτε και τα Χριστούγεννα του 1944.

Η θέσπισή του έγινε δύο χρόνια αργότερα (ΑΝ 866/46). Η παρανόηση προέρχεται από το γεγονός ότι με τον αναγκαστικό νόμο 28/1944 δινόταν στους υπουργούς Οικονομίας και Εργασίας η αρμοδιότητα να καθορίζουν μισθούς και ημερομίσθια. Αυτή ακριβώς η αρμοδιότητα ερμηνευόταν με τη νομοθεσία του 1946.

Τότε ορίστηκε ότι οι δύο υπουργοί «δύνανται να προσδιορίζουν εκτάκτους οικονομικάς ενισχύσεις, επί ταις εορταίς των Χριστουγέννων ή του Πάσχα (δώρον) εις χρήμα ή εις είδος, των μισθωτών των παρεχόντων τας υπηρεσίας των παρ' οιοδήποτε εργοδότη, φυσικώ ή Νομικώ Προσώπω, επί συμβάσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξαρτήτως της διατηρήσεως ή μη ταύτης κατά τον χρόνον του προσδιορισμού του δώρου και υπό την προϋπόθεσιν ότι υφίστατο τοιαύτη σύμβασις πρότερον και δη κατά τον χρόνον όστις παρεντίθεται μεταξύ της εορτής εις ην αναφέρεται η έκτακτος οικονομική ενίσχυσις (δώρον και της προηγηθείσης τοιαύτης - Εορταί Χριστουγέννων ή Πάσχα)...»

Το άρθρο αυτό αποτελεί και τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του «δώρου», έπειτα από σκληρούς εργατοϋπαλληλικούς αγώνες δεκαετιών.

Θα εξειδικευθεί και θα συμπληρωθεί με νομοθετικές πράξεις τις δεκαετίες του 1950 και 1960.

Το βασικό πρόβλημα όλη αυτή την περίοδο είναι πως το επίδομα δεν καθορίζεται με τρόπο «πάγιο, μόνιμο και σταθερό», όπως λένε οι εργατολόγοι.

Η εκκρεμότητα θα εκλείψει με το νόμο 19040 το Δεκέμβριο του 1981 «Περί επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα», όπως ισχύουν μέχρι σήμερα: «Ολοι οι μισθωτοί, που αμείβονται με μισθό ή με ημερομίσθιο, δικαιούνται από τους πάσης φύσεως εργοδότες τους:

α) Επίδομα εορτών Χριστουγέννων ίσο με ένα μηνιαίο μισθό για τους αμειβόμενους με μισθό και με 25 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο και

β) Επίδομα εορτών Πάσχα, ίσο με μισό μηνιαίο μισθό, για τους αμειβόμενους με μισθό, και με 15 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο...»

του Τ. Κατσιμάρδου
Πηγη: http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=12128&subid=2&pubid=10869003


Απο Κυριακατικο σχολειο μεταναστων Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010



Αυτο που θα ηθελες να εισαι θα ηταν αυτο που εισαι αν οι φοβοι σου δε σε εμποδιζαν να φτασεις τον εαυτο σου. Διαβάστε περισσότερα...

Προς τιμήν του Αζιζ Νεσίν.
"Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή κόψ' τη φωνή σου, σώπασε επιτέλους!
Κι αν ο λόγος είναι αργυρός η σιωπή ειναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε: "Σώπα". Στο σχολείο μου κρύψαν την αλήθεια τη μισή, μου λέγανε: "Εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!". Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:"Κοίτα μην πείς τίποτα, σσσσ... Σώπα!" Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε. Και αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια. Ο λόγος του μεγάλου, η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο:"Τι σε νοιάζει εσένα;" μου λέγανε, "θα... βρείς το μπελά σου, σώπα". Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι: "Μη χώνεις τη μύτη σου παντού, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα".

Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και ήξερε να σωπαίνει. Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε: "Σώπα". Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε:"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα!
"Μπορεί να μην είχαμε με δ' αύτους γνωριμίες ζηλευτές, με τους γειτονες, μας ένωνε όμως, το "σώπα".

"Σώπα" ο ενας, "σώπα" ο άλλος, "σώπα" οι επάνω, "σώπα" οι κάτω, "σώπα" όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο. "Σώπα" οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι. Κατάπιαμε τη γλώσσά μας. Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε. Φτιάξαμε το σύλλογο του "σώπα" και μαζευτήκαμε πολλοί μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη , αλλά μουγκή! Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα, τα πάντα κι όλα πολύ. Εύκολα, μόνο με το "σώπα".

Μεγάλη τέχνη αυτό το "σώπα". Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου και κάν' την να σωπάσει. Κόψ'την σύρριζα. Πέτα την στα σκυλιά. Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά. Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες. Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς, χωρίς να μιλάς να λες "έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς".

Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς. "Και δεν θα μιλάς,θα γίνεις φαφλατάς , θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς. Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ' την αμέσως. Δεν έχεις περιθώρια. Γίνε μουγκός. Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσα σου. Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου.

Ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου, γιατί νομίζω πως θα'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο, με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λεει: ΜΙΛΑ! "



διάβασα και το δικό μου λαρύγγι δεν άντεξε κι άρχισα επιτέλους να ουρλιάζω μπροστά από την τηλεόραση, στο τηλέφωνο, στον περιπτερά, στις τροπαιοφόρες φυλλάδες του, έξω στους δρόμους, στο μετρό, όταν παρκάρω, στο φανάρι, όρθια στον καναπέ, στο μπαλκόνι, στο κρεβάτι, στο πάτωμα, στα άνευ ουσίας λογύδρια, στον θύτη, στο θύμα του, όταν αγοράζω, όταν αγοράζομαι, στον γείτονα, στον νοικάρη, στον άγνωστο, στον περαστικό, στους πάνω, στους κάτω, στους δίπλα, στους απέναντι, στους μέσα, στους δήθεν και σε όλες τις αναμάρτητες σαρκοβόρες καρικατούρες που περιτριγυρίζουν εμένα, την λογική και τα όριά μου, έτοιμες ανά πάσα στιγμή να τα κατασπαράξουν.

Απο Κυριακατικο σχολειο μεταναστων
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Υπήρχε κάποτε ένας ευγενικός και καλόκαρδος κύριος όπου η γυναίκα του είχε πεθάνει από βαριά αρρώστια και τον είχε αφήσει απογοητευμένο με τρεις κόρες να μεγαλώσει...
Μετά που έχασε όλα του τα χρήματα σε ανώφελες και κακές επενδύσεις, η οικογένειά του χρειάστηκε να μετακομίσει σε μια χωριάτικη καλύβα, ενώ οι τρεις του κόρες έκαναν μόνες τους το μαγείρεμα, το ράψιμο και το καθάρισμα του σπιτιού.
'Oταν ήρθε ο καιρός να παντρευτούν οι κόρες, ο πατέρας έπεσε σε μεγαλύτερη κατάθλιψη εφόσον οι κόρες του δεν θα έβρισκαν να παντρευτούν χωρίς προίκα και χρήματα για να δώσουν στην νέα οικογένεια του συζύγου τους. Μία νύχτα, μετά που οι κόρες είχαν πλύνει και απλώσει τα ρούχα τους και τις κάλτσες τους στο τζάκι για να στεγνώσουν, έπεσαν για ύπνο. Ο 'Αγιος Βασίλης γνώριζε την απόγνωση και την ατυχία του πατέρα και σταμάτησε στο σπίτι του. Κοίταξε μέσα από το παράθυρο και είδε ότι η οικογένεια είχε πέσει για ύπνο. Επίσης παρατήρησε και τις κάλτσες των κοριτσιών που κρέμονταν στο τζάκι. Και τότε του ήρθε η έμπνευση και αφού πήρε από το πουγκί του τρία μικρότερα πουγκιά με χρυσό, πήγε και τα πέταξε με προσοχή από την καμινάδα έτσι ώστε να πέσουν μέσα στις κάλτσες.
Το επόμενο πρωί που ξύπνησαν οι κόρες, βρήκαν για μεγάλη τους έκπληξη τις κάλτσες τους να περιέχουν χρυσάφι. 'Eτσι ο ευγενής πατέρας τους θα κατάφερνε να δει τις κόρες του να ζουν ευτυχισμένες και μια καλή ζωή με αυτό το χρυσό, και έζησε πολλά πολλά χαρούμενα χρόνια και ο ίδιος.
Τα παιδιά όλου του κόσμου συνέχισαν την παράδοση να κρεμούν κάλτσες τα Χριστούγεννα στο τζάκι τους με την ελπίδα να τους τις γεμίσει ο 'Αγιος Βασίλης. Αυτό το έθιμο κρατά σε πολλές με μερικές παραλλαγές.
Στην Γαλλία τα παιδιά τις βάζουν δίπλα στο τζάκι, ενώ στην Ολλανδία τις γεμίζουν με άχυρο και καρότα για τα ελαφάκια του 'Αγιου Βασίλη. Στην Ουγγαρία τα παιδιά γυαλίζουν τα παπούτσια τους πριν τα βάλουν δίπλα στο τζάκι ή το παράθυρο. Στην Ιταλία τα παιδιά αφήνουν τα παπούτσια τους έξω κατά τα Θεοφάνια, για να τα βρει η καλή μάγισσα. Και τέλος, στο Πόρτο Ρίκο τα παιδιά βάζουν κάτω από τα κρεβάτια τους πρασινάδα και λουλούδια για τις καμήλες των τριών Μάγων.

πηγη: http://christmas.pathfinder.gr/child-xmas/stories/571266.html
Διαβάστε περισσότερα...


Ο Βενσάν Βαν Γκογκ είναι ένας ένας απ´ τους σημαντικότερους ζωγράφους όλων των εποχών. Γεννήθηκε στις 30 Μαρτίου 1853, στο Ζίντερτ, ένα μικρό χωριό της Ολλανδικής Βραβάντης, όπου ο πατέρας του ήταν πάστορας αλλά και η μητέρα του είχε κλίση στα γράμματα και τις τέχνες.

Ως παιδί ο Βαν Γκογκ ήταν σιωπηλός και είχε κάτι παράξενο στη συμπεριφορά του. Γρήγορα φανέρωσε τον ονειροπόλο και δυσπρόσιτο χαρακτήρα του. Παρά τη μεγάλη του προσήλωση στην οικογένεια, που η ευαίσθητη φύση του είχε απόλυτη ανάγκη, ο μικρός Βίνσεντ προτιμούσε συχνά να μένει μόνος, κυρίως κατά τους μακρινούς περιπάτους του στις επίπεδες εκτάσεις της Ολλανδικής υπαίθρου. Του άρεσε να μελετά τα φυτά ή να παρατηρεί τις συνήθειες μικρών εντόμων. Το μόνο άτομο που του άρεσε να τον συνοδεύει σ´ εκείνους τους περιπάτους ήταν ο κατά τέσσερα χρόνια μικρότερος αδελφός του Τεό, που η συγγενική του ευαισθησία τον έκανε να... τον νιώθει κοντά του και με τον οποίο θα διατηρούσε στενές επαφές καθ´ όλη τη διάρκεια της ζωής του.





Στο σχολείο δεν είχε καλή επίδοση και οι γονείς του ανησυχούσαν. Έτσι σταματά νωρίς τις σπουδές του. Ο Βαν Γκογκ δεν ξέρει πολύ καλά τι θα του άρεσε να κάνει αλλά η σίγουρη θέση που του προσφέρει ο θείος του από το Παρίσι σε μια μεγάλη πόλη όπως η Χάγη, υπήρξε γι´ αυτόν μοναδική ευκαιρία. Πρόκειται για μια αρκετά ταπεινή εργασία: του ζητούσαν απλά και μόνο να συσκευάζει και να στέλνει βιβλία. Η δουλειά αυτή γίνεται όμως στο εντυπωσιακό περιβάλλον μίας αίθουσας τέχνης που ήταν παράρτημα της Γκαλερί Γκουπίλ του Παρισιού. Στη Χάγη, ο δεκαεξάχρονος τότε Βαν Γκογκ θα φανερώσει ένα προσόν που διαθέτει σε μέγιστο βαθμό: την ικανότητά του να αφομοιώνει το περιβάλλον που τον περιστοιχίζει χάρις στη μεγάλη ευαισθησία και αντίληψη που διαθέτει. Καθώς ασχολείται με τα δέματά του, ακούει να μιλάνε για τέχνη, για λογοτεχνία, βλέπει πίνακες, παρατηρεί τις γκραβούρες και τρέφει την αφυπνισμένη περιέργειά του με διάβασμα και συχνές επισκέψεις στα μουσεία. Άλλωστε, η παιδεία δεν ήταν κενός λόγος στην οικογένειά του. η μητέρα του, η Άννα Κορνηλία Μπαρμπέντους, κόρη ενός βιβλιοδέτη της Αυλής, αγαπούσε το διάβασμα, πολύ περισσότερο απ´ ότι το σύζυγό της, κι είχε μάλιστα κλίση στο σχέδιο. Ανάμεσα στους προγόνους της οικογένειας βρίσκουμε ακόμη ένα γλύπτη και μερικούς χρυσοχόους.

Το 1873 ο Βαν Γκογκ μεταφέρεται στο λονδρέζικο παράρτημα της Γκαλερί Γκουπίλ. Δέχεται με προθυμία τη μετάθεση αυτή, όχι γιατί πρόκειται για προαγωγή, αλλά γιατί η τυχοδιωκτική ιδιοσυγκρασία του νιώθει πως θα έχει έτσι την ευκαιρία να γνωρίσει καινούργιο περιβάλλον. Έχει ήδη αποκτήσει μια πρώτη ιδέα για το Λονδίνο από τα βιβλία του Ντίκενς, αλλά η άμεση επαφή είναι κάτι διαφορετικό. Και στο πρόσωπο αυτού του αλητάκου που περιφέρεται τώρα στους δρόμους του Λονδίνου και συναντά στις πιο άθλιες συνοικίες διαφόρους ανθρώπινους τύπους που ούτε είχε δει ή φανταστεί στο παρελθόν, αναγνωρίζουμε το ίδιο περίεργο και ονειροπόλο αγόρι που περιπλανιόταν στα αποξηραμένα έλη της πατρίδας του. Όμως ο Βαν Γκογκ δεν είναι πια έφηβος. Στο Λονδίνο ερωτεύεται την κόρη της σπιτονοικοκυράς του. Γρήγορα, το αντικείμενο των ονείρων του γίνεται αιτία θλίψης, όταν η Ούρσουλα, ήδη κρυφά αρραβωνιασμένη, αποκρούει γελώντας τον Βαν Γκογκ μετά την εξομολόγησή του. Συντετριμμένος, αποφασίζει να εξαγνίσει τον πόνο του τότε στη θρησκεία και να αφιερωθεί στους άλλους. Στο μεταξύ, η δουλειά του τον φέρνει στο Παρίσι.





Βρισκόμαστε στα 1875, κι ο Βαν Γκογκ θα μπορούσε να είναι περήφανος και ευτυχισμένος που εργάζεται τώρα πλέον στην έδρα της περίφημης Γκαλερί Γκουπίλ. Στην πραγματικότητα, μπορεί το Παρίσι να τον βοηθήσει να καλλιεργήσει το ενδιαφέρον του για την τέχνη, δε θα καταφέρει όμως να τον βγάλει από μια κρίση τόσο συναισθηματική όσο και υπαρξιακή, εξαιτίας της ευάλωτης φύσης του. Επισκέπτεται τις εκθέσεις και τα μουσεία, αλλά περνά τον περισσότερο καιρό του κλεισμένος με ένα φίλο στο δωμάτιό του, διαβάζοντας και σχολιάζοντας τη Βίβλο. Η θρησκεία, μα ιδιαίτερα η ευρύτερη θεολογική περιοχή, τον απασχολούν περισσότερο από καθετί, τον κατατρώγουν σαν ευγενικά πάθη. Δείχνει ελάχιστο ενδιαφέρον για τη δουλειά του, με αποτέλεσμα να τον απολύσουν ή μάλλον να τον πείσουν να υποβάλει την παραίτησή του. αυτή τη φορά, δεν ακούει ούτε τον Τεό, τον κατ´ εξοχήν συνομιλητή του, που τον εκλιπαρεί ν´ αφιερωθεί στη ζωγραφική κι όχι στη σωτηρία του κόσμου, νιώθοντας ότι αυτή είναι η πρωταρχική του κλίση. Παρά τη απόσταση που τους χωρίζει, ο Τεό διατηρεί μια στοργική σχέση με τον Βαν Γκογκ. Εξακολουθούν ν´ αλληλογραφούν, συναντώνται πότε στην πόλη του ενός, πότε στου άλλου, περνούν μαζί τα Χριστούγεννα στο σπίτι του πατέρα τους, σ´ όποιο χωριό υπηρετεί κάθε φορά. Ο Βαν Γκόγκ συμπληρώνει συχνά τα εμπιστευτικά γράμματα που στέλνει στον αδερφό του, με σχέδια που περιγράφουν τους τόπους και τα πρόσωπα με τα οποία έρχεται σε επαφή, ή μάλλον κοινωνεί, χάρις σ´ αυτή την ικανότητα κι αδυναμία ταυτόχρονα που του επιτρέπει να ιδιοποιείται τη φυσική και ηθική ατμόσφαιρα που τον περιβάλλει και την άποψή του για όλα αυτά.





Ο Βαν Γκογκ ακολουθεί την παρόρμησή του κι επιστρέφει στην Αγγλία. Προσφέρει τις υπηρεσίες του ως προγυμναστής γαλλικών και γερμανικών σ´ ένα ταπεινό κολέγιο, κατ´ αρχάς στο Κεντ κι έπειτα σε μια φτωχή συνοικία του Λονδίνου. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι οι επαφές κι όχι η δουλειά αυτή καθεαυτή, που στην πραγματικότητα δεν κάνει και πολύ καλά, εφόσον οι γλωσσικές του γνώσεις είναι μάλλον ανεπαρκείς. Σημασία για κείνον έχει μόνο μια δευτερεύουσα πλευρά των καθηγητικών του καθηκόντων. Είναι επιφορτισμένος με την είσπραξη των διδάκτρων των μαθητών του κολεγίου. Επισκέπτεται λοιπόν τις οικογένειες και γνωρίζει έτσι τις άθλιες λονδρέζικες συνοικίες του Ιστ Εντ και του Γουάτ Τσάπελ. Η ζωή των εργατών της πρώτης βιομηχανικής χώρας στον κόσμο, στα τέλη του 19ου αιώνα, είναι πολύ σκληρή και σημαδεύει ανεξίτηλα την ψυχή του Βαν Γκογκ. Ενισχύεται η θέληση του ν´ αφιερωθεί στους ταπεινούς κι απόκληρους. Γίνεται βοηθός ενός μεθοδιστή ιερέα, του αιδεσιμότατου Τζόουνς και αρχίζει να κηρύττει στο πλευρό του. Σ´ ένα κήρυγμά του διατυπώνει τη θεωρία ότι ο άνθρωπος είναι ξένος πάνω στη γη και η ζωή του ένα ταξίδι που το συνταράζουν θύελλες. Τα αγγλικά του είναι φτωχά, ο δραματικός τόνος της αλήθειας όμως δονεί τα λόγια του, κι αν καταφέρνει να εκφράσει αυτή την αλήθεια, είναι γιατί την έχει δοκιμάσει στο πετσί του. είναι αυτός ο ίδιος, ο πρώτος ξένος σ´ αυτή τη γη. Τα λόγια του, αντί ν´ ανακουφίσουν, αναστατώνουν το ακροατήριο των φτωχών στο οποίο απευθύνεται. Όταν λοιπόν επιστρέφει να περάσει τα Χριστούγεννα του 1878 στο σπίτι των γονιών του στο Έτεν, περνά μια βαθιά κρίση και αναζητά μια δύσκολη ισορροπία. Η οικογένεια αποφασίζει να ικανοποιήσει τη θρησκευτική του κλίση. Του παρέχει τα μέσα να εγκατασταθεί στο Άμστερνταμ, όπου θα παρακολουθήσει τα μαθήματα της θεολογικής σχολής, κι αν πράγματι το επιθυμεί, την ευκαιρία να γίνει πάστορας σαν τον πατέρα του και τον παππού του. Ο Βαν Γκογκ δοκιμάζει νέα απογοήτευση. Παρουσιάζεται στις εισαγωγικές εξετάσεις τον Ιούλιο και αποτυγχάνει. Αντί να παραιτηθεί, αποφασίζει ν´ ακολουθήσει το δρόμο που διάλεξε στο «μεγάλο σχολείο της φτώχειας». Θα ασκήσει τα καθήκοντά του χωρίς επίσημο τίτλο και για το σκοπό αυτό πηγαίνει στο Λέκεν, κοντά στις Βρυξέλλες, σ´ ένα κέντρο εκπαίδευσης λαϊκών κηρύκων. Τρεις μήνες αργότερα –βρισκόμαστε στο Νοέμβριο του 1878- αρχίζει να κάνει κηρύγματα στο Μπορινάζ, στο μεταλλευτικό κέντρο του Βελγίου.





Ο Βαν Γκογκ συμμερίζεται σε όλα τον τρόπο ζωής των μεταλλωρύχων. Τα σχέδια που στέλνει με τα γράμματά του στον αδερφό του πληθαίνουν συνέχεια και απεικονίζουν τον κόσμο τους, που τώρα είναι και δικός του κόσμος. Ο πατέρας του, που νοιάζεται γι´ αυτό το γιό- που κοιμάται κατάχαμα σ´ ένα αχυρόστρωμα και στερείται τα πάντα για να συμπαραστέκεται στους ανίατους ασθενείς-, πηγαίνει να τον συναντήσει. Και τότε ο Βαν Γκογκ αρχίζει να ασχολείται σοβαρά με τη ζωγραφική. Μόλις επιστρέφει στο σπίτι, απλώνει στο χαρτί το περίσσευμα της αγάπης του για τους απόκληρους του κόσμου. Ωριμάζει μέσα του η ιδέα ότι η ζωγραφική μπορεί να γίνει η μοναδική του κατεύθυνση. Μια «θρησκεία ζωής». Την εποχή εκείνη χρονολογείται και η πρώτη του επαφή με τη Γαλλία.

Ο Βαν Γκογκ πηγαίνει στην Κουριέρ, σ´ ένα μεταλλευτικό κέντρο της Βόρειας Γαλλίας, όπου ζει και ζωγραφίζει ο Μπρετόν, τον οποίο θαυμάζει για το κοινωνικό μήνυμα που περιέχουν οι πίνακές του. Δε θα τον γνωρίσει όμως ποτέ, γιατί θα αποχωρήσει από εκεί, σαστισμένος εξαιτίας της υπερβολικής κομψότητα του περιπτέρου στο οποίο εργάζεται ο Μπρετόν. Επιστρέφει έχοντας κρατήσει στο φως των ματιών του και στην ψυχή του την ανάμνηση της διαύγειας του γαλλικού ουρανού. Εγκαθίσταται στις Βρυξέλλες, όπου αρχίζει να μελετά συστηματικά σχέδιο. Μετά από σύσταση του Τεό, που τον παρακολουθεί από μακριά και τον βοηθά οικονομικά, συναναστρέφεται ένα νεαρό ζωγράφο, τον Άντον Φον Ράπαρντ, μαθητή της Ακαδημίας. Ο Βαν Γκογκ μαθαίνει μαζί του τους κανόνες της προοπτικής. Γρήγορα οι δύο νέοι συνδέονται φιλικά και ο Βαν Γκοκγ περνά ευχάριστες ώρες στο ατελιέ του Φον Ράπαρντ. Οι ώρες όμως που περνά στο μικρό ξενοδοχείο του, κοντά στο σταθμό, δεν του προσφέρουν την ίδια άμεση ικανοποίηση. Εξασκείται σχολαστικά, ξανά και ξανά, στο σχέδιο. Μελετά την ανατομία του ανθρώπινου σώματος και στη συνέχεια προσπαθεί να την εφαρμόσει στις μορφές που συναντά στα βιβλία ανατομίας, στα ανθρώπινα σώματα που σχεδίαζε με μονοκονδυλιές ενώ βρισκόταν στο Λονδίνο και στο Αμπρουάζ. Όταν λοιπόν επιστρέφει στους δικούς του στο Έτεν, Απρίλιο του 1881, έχει ηρεμήσει αρκετά. Κι εκτός από την υποδοχή της οικογένειάς του ο Βαν Γκογκ ξαναβρίσκει την εξοχή, όπως και την παιδική του φίλη, που τώρα έχει τη δυνατότητα να ζωγραφίσει.





Οι σιταποθήκες, τα χωράφια, τα δάση , οι μύλοι, τα καρότσια, όλα τα γεωργικά εργαλεία, τα μαγαζιά με τα ξυλοπάπουτσα, το σιδεράδικο δεν είχαν μυστικά για τον μικρό Βαν Γκογκ και τώρα ο νεαρός ζωγράφος, χάρις στις πρόσφατες σπουδές του στις Βρυξέλλες, μπορεί να τα καταγράψει με μεθοδικότητα και ευαισθησία. Δουλεύει με μολύβι, πενάκι, κάρβουνο, σινική μελάνη, του Βαν Γκογκ ακουαρέλα. Σχεδιάζει τους γονείς του και την αδερφή του Βιλελμίνη. Κατόπιν τους χωρικούς που δουλεύουν στα χωράφια. Τα πρόσωπα αυτά έχουν σκληρά χαρακτηριστικά και σίγουρα οι γραμμές του Βαν Γκογκ δε συγκαλύπτουν την κούραση των σωμάτων τους. Καθώς όμως τα αναμορφώνει, χρωματίζοντάς τα με ακουαρέλα, απαλύνει κάπως τις τόσο ρεαλιστικές μορφές. Τώρα πια δουλεύει ακολουθώντας το πρότυπο που του προσφέρει η φύση, όπως του σύστησε ο ξάδερφός του Μοβ, τον οποίο επισκέφτηκε στη Χάγη. Σ´ αυτή την περίοδο του γόνιμου έργου του «διαπράττει το σφάλμα» να ερωτευτεί ξανά και -για άλλη μια φορά- θα πληγωθεί. Πράγματι, η νεαρή ξαδέρφη του Κέις Βος, χήρα, γνωστή της οικογένειας, έχει αποφασίσει να μείνει πιστή στη μνήμη του συζύγου της και αρνείται τον έρωτα του Βαν Γκογκ. Ένας έρωτας που δοκιμάστηκε στη φωτιά, θα μπορούσαμε να πούμε, αν αναφερθούμε στο επεισόδιο κατά το οποίο ο Βαν Γκογκ είχε πάει στο Άμστερνταμ, στους γονείς της Κέι, και τους εκλιπαρούσε να το αφήσουν να δει την κόρη τους η οποία κρυβόταν. Μάλιστα θέλοντας να αποδείξει την αποφασιστικότητά του κράτησε τον χέρι του για αρκετή ώρα πάνω από τη φλόγα μιας λάμπας πετρελαίου, χωρίς αποτέλεσμα όμως.
Ο Βαν Γκόγκ ξαναφεύγει και τα άδηλα τραύματα που φέρει μέσα του τον κάνουν να υποφέρει πολύ περισσότερο από τα τραύματα του χεριού του. εγκαθίσταται στα περίχωρα της Χάγης και αρχίζει να ζωγραφίζει δρόμους και κήπους, με αγάπη στη λεπτομέρεια, ακολουθώντας το παράδειγμα των παλιών Ολλανδών δασκάλων που έδιναν βάρος στην ανασύνθεση των επιμέρους στοιχείων για ν´ αποδώσουν καλύτερα την ατμόσφαιρα ενός τόπου. Σ´ αυτό τον βοηθάει και η παλιά του αγάπη για τη χαρακτική. Θαύμαζε από νέος την τέχνη αυτή και είχε μάλιστα καλύψει τους τοίχους του δωματίου του με ανάτυπα από τις πιο γνωστές γκραβούρες.





Τον Ιανουάριο του 1882, στη γειτονιά του στη Χάγη, γνωρίζει μια άλλη γυναίκα, τη Χριστίνα. Τη συναντά στο δρόμο και στρέφει πάνω της τη δίψα του για αγάπη και το αίσθημα αυταπάρνησης που τον διακατέχει. Η Χριστίνα, η επονομαζόμενη Σιέν, είναι πόρνη. Ο Βαν Γκογκ φέρνει σπίτι του την έγκυο Σιέν μαζί με το πρώτο της παιδί. Την κάνει σύντροφό του και μοντέλο του. το πιο γνωστό πορτραίτο της θα έχει τίτλο «θλίψη» («Sorrow»). Στον πίνακα αυτό η Σιέν απεικονίζεται καθιστή και σκυμμένη με τους αγκώνες ακουμπισμένους στα γόνατα. Το δράμα της ζωής της δε φαίνεται στο κρυμμένο της πρόσωπο, αλλά στο γυμνό κορμί της, ζωγραφισμένο χωρίς την παραμικρή προσπάθεια εξωραϊσμού. Αντίθετα, με κάποιο υπέρμετρο αίσθημα ανθρωπιάς. Η σχέση του με τη Χριστίνα δε θα κρατήσει πολύ, χωρίς να ευθύνεται εκείνος γι´ αυτό. Μετά τη γέννηση του δεύτερου γιού της εκείνη ξαναρχίζει να πίνει και οι προσπάθειες του Βαν Γκογκ δεν αρκούν για να τη σώσουν. Όταν εκείνος αποφασίζει να εγκατασταθεί στην εξοχή, η Σιέν δε θα τον ακολουθήσει.

Η άγρια περιοχή του Ντρέντε, όπου ο Βαν Γκογκ πήγε να μείνει, τον θέλγει σε τέτοιο σημείο, που γράφει: «αν δεν μπορούσα να μείνω εδώ για πάντα, θα προτιμούσα να μην την είχα δει». Μα κι αν η φύση είναι γενναιόδωρη και τον εμπνέει, οι χωρικοί που κατοικούν εδώ είναι, αντίθετα, δύσπιστοι και αφιλόξενοι. Ο Βαν Γκογκ δεν καταφέρνει να συνδεθεί φιλικά μαζί τους, όπως θα επιθυμούσε και όταν έρχεται ο Χειμώνας, μόνος και χωρίς πόρους, αποφασίζει να ξαναφύγει.

Τον Δεκέμβριο του 1883, τον βρίσκουμε στο Νόιεν, όπου ο πατέρας του ασκούσε τότε εκεί το λειτούργημά του. Οι σχέσεις του Βαν Γκογκ με την οικογένειά του είναι τώρα πιο δύσκολες. Αισθάνεται ότι δεν τον καταλαβαίνουν και αποφασίζει να απομακρυνθεί από το πατρικό του σπίτι. Καταφέρνει να νοικιάσει εκεί κοντά δύο δωμάτια, και το ένα από αυτά θα γίνει το ατελιέ του. Το πρώτο του ατελιέ, εφόσον ακόμα και στο πατρικό του δούλευε στο πλυσταριό. Κι εδώ, στα 1885, σ´ ένα δωμάτιο-ατελιέ στο Νόιεν, στο σπίτι του Κ. Σάφραντ, του καλού σκευοφύλακα, ο Βαν Γκογκ, γιός και εγγονός διαμαρτυρόμενων ιερέων, θα δημιουργήσει το περιφημότερο έργο του: Τους πατατοφάγους. Το αριστούργημα δεν γεννιέται τυχαία. Ο Βαν Γκογκ μελέτησε για καιρό την ανθρώπινη μορφή και τα χρώματα της παλέτας του. οι εμπρεσιονιστές με τις ανάλαφρες και λαμπερές πινελιές είναι της μόδας. Ο Βαν Γκογκ, όμως αναζητεί το προσωπικό του ύφος για να εκφράσει αυτό που αισθάνεται βαθιά μέσα του. Σ´ ένα γέρο χρυσοχόο ενός γειτονικού χωριού, που του ζητάει να διακοσμήσει την τραπεζαρία του με θρησκευτικές παραστάσεις, προτείνει έξι αγροτικές σκηνές που θ´ απεικονίζουν τη διαδοχή των εργασιών στα χωράφια, σε τόπους που θα ταιριάζουν με την ξύλινη επένδυση των τοίχων. Τα σκούρα και μουντά χρώματα είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους στην παλέτα του. Το λευκό και οι σπασμένοι τόνοι προσδίδουν μια πολύτιμη φωτεινότητα στις σκοτεινές αυτές χρωματικές αξίες. Καταπιάνεται ξανά με τις ολόσωμες μορφές που τις απεικονίζει στις καθημερινές τους ασχολίες, όπως τη «Χωρική που σκουπίζει». Πολλαπλασιάζει τις σχεδιαστικές σπουδές χεριών και προσώπων, ενώ φιλοτεχνεί ένα σύνολο από πενήντα κεφάλια χωρικών με μια αξιοθαύμαστη δύναμη. Για πίνακες όπως η Νεκρή φύση με πέντε μπουκάλια και κύπελλο εμπνεύστηκε από μπουκάλες, στάμνες και κούπες καθημερινής χρήσης, με απλές φόρμες και όχι από αντικείμενα πολυτελείας. Έτσι όταν αποφασίζει να καταπιαστεί με τους «Πατατοφάγους» του, έχει ήδη βρει το προσωπικό του ύφος.





Ένα χρόνο αργότερα ο Βαν Γκογκ ξαναπαίρνει τους δρόμους. Ίσως να´ ναι ο θάνατος του πατέρα του και η επιθυμία του να βρεθεί κοντά στον αδερφό του. Έρχεται και εγκαθίσταται στο Παρίσι, αλλά η ανήσυχη φύση του τον ωθεί να αναζητήσει μια νέα πάλι περιπέτεια. Θα πάει λοιπόν στη Γαλλία και το νέο του αυτό ταξίδι θα είναι χωρίς επιστροφή. Ο Βαν Γκογκ θα μείνει στο Παρίσι δύο χρόνια, απ´ το 1886 ως το 1888. Εκεί γνωρίζει τον Ντεράλ, τον Σινιάκ, τον Αντετέν, τον Μπερνάρ και τους νέους ζωγράφους που ακολουθούν από κάποια απόσταση τα εμπρεσιονιστικά ρεύματα και ετοιμάζονται να τα ανανεώσουν. Συνδέεται με τον Τουλούζ-Λοτρέκ, θαυμάζει τον Πικάσο και υποτάσσεται στην ισχυρή προσωπικότητα του Γκογκέν. «Ο αέρας της Γαλλίας ξεκαθαρίζει τις σκέψεις και κάνει καλό, πολύ καλό, αφάνταστο καλό», γράφει. Ζει με τον αδερφό του, που διευθύνει μια γκαλερί στην Μονμάρτρη, και συνεχίζει μ´ επιμονή τις μελέτες του. Αντιγράφει τα παλιά του ιχνογραφήματα και δουλεύει με ζωντανά μοντέλα στο ατελιέ του ζωγράφου Κορμόν. Έπειτα ζωγράφισε τον πίνακα «Αγριολούλουδα σε ανθογυάλι», αφού πριν είχε κάνει μία μελέτη γύρω από τα λουλούδια. Αλλά η ζωή του Βαν Γκογκ δεν είναι πάντα «ανθόσπαρτη»! μαλώνει με το διευθυντή μιας γκαλερί τέχνης. Έχει δύσκολο, παθιασμένο και απόλυτο χαρακτήρα, που και ο ίδιος ο Τέο ανέχεται ώρες-ώρες με δυσκολία. Τα δύο αδέρφια έχουν αφήσει το μικρό διαμέρισμα της οδού Λαβάλ (της σημερινής οδού Βικτόρ-Μερσιέ) και μένουν τώρα σ´ ένα ευρύχωρο σπίτι κοντά στη Μονμάρτρη, που τα παράθυρά του έχουν για θέα τις παρισινές στέγες. Εκτός απ´ τα λουλούδια με τα έντονα χρώματα , ο Βαν Γκογκ αρχίζει ν´ απεικονίζει στους πίνακές του ανθισμένους κήπους, μύλους που του θυμίζουν την παιδική του ηλικία- ο Μύλος της Γκολέτ τον εμπνέει και του αφιερώνει τρεις πίνακες- γοητευτικές γωνιές του Παρισιού και των περιοχών όπως η Γωνιά του πάρκου Βουαγιέ ντ´ Αρζανσόν και η όχθη του Σηκουάνα στην Ανιέρ. Αυτά τα μέρη που σφύζουν από ζωή, τον υποχρεώνουν να χρησιμοποιήσει πιο φωτεινά χρώματα. Οι ανταλλαγές απόψεων που έχει με τους εμπρεσιονιστές φίλους του, κατά τις συναντήσεις τους στα καμπαρέ, του δίνουν διαρκώς νέα ερεθίσματα. Απ´ τις ανταλλαγές αυτές γεννιούνται πίνακες όπως το «Εσωτερικό εστιατορίου» και η «Γυναίκα καθισμένη στο καφενείο Ταμπουρέν», πίνακες που ταιριάζουν με τις προτιμήσεις του Τουλούζ-Λοτρέκ. Ένα άλλο σημαντικό έργο της περιόδου αυτής είναι η προσωπογραφία του Μπαρμπα-Τανγκί, ενός χρωματέμπορα, φίλου των καλλιτεχνών, που συχνά τον πλήρωναν με πίνακές τους, όσους την εποχή εκείνη έμεναν απούλητοι και σήμερα είναι το καύχημα των μεγαλύτερων μουσείων του κόσμου. Στις προσωπογραφίες του ο Βαν Γκογκ θέλει, πάνω απ´ όλα, να καταδείξει το χαρακτήρα των μοντέλων του, και αυτό ισχύει ακόμη και για τις αυτοπροσωπογραφίες του. Αμέσως μετά τον Μπαρμπα-Τανγκί κάνει τη δεύτερη Αυτοπροσωπογραφία του.





Τα δύο χρόνια που περνά στο Παρίσι είναι πλούσια σε συναντήσεις και ευνοούν σημαντικά την εξέλιξη του ύφους του. Είναι τα ευτυχισμένα χρόνια. Νιώθει πια μεγάλος ζωγράφος και μάλλον το ξέρει. Όμως δε σταματά. Όταν επισκέφθηκε το φίλο του Εμίλ Μπερνάρ στην Ανιέρ, πήρε μια πρώτη «γεύση» της γαλλικής υπαίθρου. Θέλει λοιπόν να ξαναπάει για ν´ αφεθεί σ´ αυτή τη νέα πηγή έμπνευσης. Εγκαταλείπει τον αδερφό του, αφήνοντάς τον επιτέλους ελεύθερο, και φεύγει για την Προβηγκία, που δεν τη γνωρίζει μα τη φαντάζεται σαν παράδεισο. Η πρώτη εικόνα που έχει απ´ το Νότο είναι η θέα ενός χιονισμένου τοπίου, μια χειμωνιάτικη μέρα στα τέλη του Φεβρουαρίου του 1888. Όταν αργότερα το άσπρο χαλί εξαφανίζεται, ο Βαν Γκογκ έχει την εντύπωση ότι μερικές νιφάδες χιονιού έχουν μείνει μέσα στα μπουμπούκια που ανθίζουν στα κλαριά των δέντρων. Οι γιαπωνέζικες γκραβούρες που ο Βαν Γκογκ είδε στο Παρίσι, επηρεάζουν το καλλιτεχνικό του όραμα. Ζει στην Αρλ και ονειρεύεται να ιδρύσει, στη μικρή αυτή πόλη που έχει τον καθαρότερο ουρανό που είδε ποτέ, ένα καταφύγιο για καλλιτέχνες, επιθυμία που πάντα ήθελε να πραγματοποιήσει. Ονειροπολεί και ζωγραφίζει μέρα και νύχτα. Το τοπίο της Προβηγκίας δίνει διαρκώς τροφή στην έμπνευσή του. Αφομοιώνει αχόρταγα το περιβάλλον που τον περιστοιχίζει. Απαθανατίζει το κρυστάλλινο φως της Αρλ στην «κρεμαστή γέφυρα». Απεικονίζει τη ηλιόλουστη εξοχή της Προβηγκίας, όπου το στάρι μοιάζει πιο κίτρινο απ´ οπουδήποτε αλλού, σε αρκετούς πίνακες, όπως στην Πεδιάδα της Κρο. Ένα βράδυ με μαΐστρο ο Βαν Γκογκ ζωγραφίζει μεμιάς το καλοκαιρινό δειλινό. Ζωγραφίζει μια δεύτερη παραλλαγή σ´ έναν πίνακα του παλιού του φίλου Εμίλ Μπερνάρ: τις Γυναίκες της Βρετάνης σε πράσινο λιβάδι. Ο Σπορέας κεχριού, έργο ενός μεγάλου ζωγράφου που θαυμάζει απεριόριστα, του γίνεται έμμονη ιδέα με αποτέλεσμα να ζωγραφίσει τελικά τη δική του παραλλαγή.





Θα πάει μέχρι το Σεντ-μαρί-ντε-λα-Μερ και θα ζωγραφίσει τις αγροικίες του (Αγροικίες στο Σεντ-Μαρί) και τις βάρκες του (Βάρκες στο Σεντ-Μαρί). Βαπτίζει μια απ´ αυτές τις βάρκες Αμιτιέ (φιλία). Τη νύχτα, τα εσωτερικά των σπιτιών και οι δρόμοι και τοπία της Προβηγκίας έχουν ξεχωριστή σημασία και ιδιαίτερα χρώματα για το ζωγράφο. Όσοι τον είδαν, μ´ ένα καπέλο στολισμένο μ´ αναμμένα κεριά στο κεφάλι, να στήνει το καβαλέτο του στις όχθες του Ροδανού για να ζωγραφίσει την έναστρη νύχτα, θα κούνησαν το κεφάλι και θ´ αναρωτήθηκαν αν άξιζε τον κόπο. Σήμερα μπορούμε ν´ απαντήσουμε καταφατικά γιατί ξέρουμε ότι οι γεμάτες χρώματα νύχτες, όπως εκείνος μόνο μπορούσε να τις δει είναι αξεπέραστα ζωγραφικά τοπία.





Τώρα πια χρησιμοποιεί έντονα, τολμηρά χρώματα. Στα νυχτερινά καφενεία το κίτρινο είναι κυρίαρχο. Μπορούμε να το δούμε ακόμα και στη Νεκρή φύση. Χρησιμοποιεί έντονα χρώματα και για το έργο «το δωμάτιο του Βαν Γκογκ στην Αρλ». Σ´ αυτή την περίοδο ανήκει και «η καρέκλα του Βαν Γκογκ» και η «πίπα» του. Έπειτα ο Βαν Γκογκ αρχίζει ξανά να ζωγραφίζει πρόσωπα. Ζωγραφίζει τη Μουσμέ και την Αναγνώστρια μυθιστορημάτων. Αντιμετωπίζει δυσκολίες με τα μοντέλα που του ζητάνε πολλά λεφτά και θέλουν παρακάλια για να δουλέψουν μαζί του, αμφισβητώντας την αξία των έργων του. Ο φίλος του Ζοζέφ Ρουλέν, ταχυδρόμος στην Αρλ, θα προθυμοποιηθεί να τον βοηθήσει και θα ποζάρει γι´ αυτόν (Ο ταχυδρόμος Ζοζέφ Ρουλέν), και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, όπως ο αδερφός του Αρμάν (προσωπογραφία του Αρμάν Ρουλέν) και η κυρία Ογκύστ που απεικονίζεται σ´ έναν πίνακα με τίτλο «Η Βάγια».





Στην Αρλ ο Βαν Γκογκ ξαναβρίσκει με χαρά τον Γκογκέν ο οποίος τον απαθανατίζει καθώς ζωγραφίζει τα «Ηλιοτρόπια». Ο Βαν Γκογκ απεικονίζει τα λουλούδια αυτά σαν κλειστές ή μαδημένες μπάλες, και τον απασχολεί έντονα το κίτρινο, που το χρησιμοποιεί εξαντλώντας τις δυνατότητές του. Και αυτή ακριβώς η συνάντηση με τον πιο αγαπητό του φίλο, τον οποίο θεωρεί μεγάλο δάσκαλο, προξενεί την πρώτη σοβαρή κρίση που θα απειλήσει την ψυχική του υγεία. Μένουν μαζί και, εξαιτίας αυτού ακριβώς του καθημερινού και έντονου συγχρωτισμού, ο Βαν Γκογκ απεικόνισε την Αλέα των Αλικάμ, εμπνεόμενος από τον πίνακα του φίλου του. Ο Βαν Γκογκ δεν δέχεται την προσωπογραφία του Γκογκέν. Δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του και δεν θέλει να ταυτιστεί μ´ αυτό τον άνθρωπο που ζωγραφίζει ηλιοτρόπια με ύφος τρελού. Μετά από έναν άγριο καβγά κι ενώ ο Γκογκέν επιστρέφει στο Παρίσι, κόβει το ένα του αυτί με ξυράφι. Στη συνέχεια θα καταγράψει ο ίδιος αυτό το επεισόδιο της ζωής του στην «Αυτοπροσωπογραφία με Κομμένο το Αυτί».





Στο νοσοκομείο του Σεν-Πολ τον περιθάλπει ένας νεαρός γιατρός, ο δρ. Ρε, που στη συνέχεια θα γίνει ένας από τους πρώτους και ειλικρινέστερους θαυμαστές του. Μόλις αναρρώνει ο Βαν Γκογκ κάνει το πορτραίτο του γιατρού του. όμως δεν έχει ξεπεράσει στο ελάχιστο την ηθική και ψυχολογική του κρίση.

Ο Τέο ετοιμάζεται να παντρευτεί και ο Βαν Γκογκ εισπράττει το γεγονός αυτό ως εγκατάλειψη. Φεύγει, με την υποστήριξη του γιατρού Ρε, ελπίζοντας να θεραπευτεί στο άσυλο του Σεν-Ρεμί-ντε-Προβάνς. Έτσι τελειώνει η περίοδος της Αρλ. Κατά τη διάρκεια της μίας και μοναδικής χρονιάς που κράτησε η εκεί παραμονή του, ζωγραφίζει διακόσιους περίπου πίνακες και καμιά εκατοστή σχέδια. Ο Βαν Γκογκ αποδέχεται την ψυχική του κατάσταση με ηρεμία και καρτερία. Μπορούμε, εντούτοις, να αποκτήσουμε μια ιδέα για το τι γίνεται μέσα του παρατηρώντας την καινούργια Αυτοπροσωπογραφία του. η ζωγραφική τον βοηθάει. Στον πίνακα με τίτλο «Ο περίπατος των φυλακισμένων» απεικονίζει τα πρόσωπα των καινούργιων συντρόφων της ζωής του και ,πιθανότατα , το δικό του. Σε άλλους πινάκες απωθεί τη δραματική του εμπειρία, απεικονίζοντας όψεις του κήπου του ασύλου, που η φαντασία του μετατρέπει σε ήσυχες γωνιές, ζωγραφισμένες σε κάποια περίοδο ευτυχισμένης ανάπαυλας.





Οι κρίσεις ξαναρχίζουν και ωθούν τον Βαν Γκογκ στην απελπισία. Όταν είναι έτσι άσχημα δεν καταφέρνει να ζωγραφίσει, αλλά μόλις νιώθει καλύτερα ξαναπιάνει το πινέλο. Παράγει εκατόν πενήντα πίνακες και εκατό σχέδια. Η τέχνη του αλλάζει. Το χρώμα δεν έχει πια το ίδιο βάρος. Τώρα τον απασχολούν περισσότερο οι φόρμες που γίνονται κυματιστές και ανήσυχες. Ζωγραφίζει κυπαρίσσια σαν να ήταν φλόγες («Δύο Κυπαρίσσια», «Το Σταροχώραφο με τα Κυπαρίσσια», «Δρόμος με Κυπαρίσσια και Αστέρια»), ουρανούς γεμάτους στροβίλους, κορμούς ελιάς που με τη συστροφή τους αναδεικνύεται ο δυναμισμός τους. Δημιουργεί την τρικυμισμένη αυτή φύση στο δωμάτιό του, όπου «κλείνεται» από ένα σχέδιο του Γκογκέν, τον οποίο εξακολουθεί να θαυμάζει παρά τη ρήξη τους.





Χάρη στη διαμονή του στο Σεν-Ρεμί η υγεία του Βαν Γκογκ αποκαθίσταται γρήγορα. Ο αδερφός του Τεό, παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού, του ζητάει να επιστρέψει. Ο Βαν Γκογκ φτάνει στο Παρίσι το Μάιο του 1890. Έχει πια καθιερωθεί καλλιτεχνικά. Ξαναβλέπει με ευχαρίστηση τους παλιούς φίλους του, τον μπάρμπα-Τανγκί, τον Πισαρό, τον Τουλούζ-Λωτρέκ. Στο σπίτι του αδερφού του ξαναβρίσκει τους πίνακες που ζωγράφισε και καθώς αναλογίζεται την πορεία που διήνυσε αισθάνεται ικανοποιημένος. Όμως αυτό είναι μόνο μια ανάπαυλα. Η πόλη τον κουράζει και τον αναστατώνει. Μένει στο Παρίσι τέσσερις μέρες. Στο εξής, η ανάγκη να αμυνθεί στους παροξυσμούς της αρρώστιας θα αποτελέσει το κίνητρο των νέων του περιπλανήσεων.

Στην Οβέρ-σιρ-Ουάζ, όπου πήγε για λόγους υγείας, συνάντησε το γιατρό Γκασέ, ζωγράφο με ψυχή βασανισμένη σαν τη δική του. Ο Γκασέ κρίνει ότι η ζωγραφική είναι η καλύτερη θεραπεία για τον Βαν Γκογκ. Λίγο καιρό αργότερα, το πινέλο του Βαν Γκογκ αποτυπώνει το ανήσυχο πρόσωπο του γιατρού (προσωπογραφία του γιατρού Γκασέ).





Με τα λουλούδια καστανιάς και το βάζο με γαρίφαλα και άσπρους μενεξέδες, δημιουργεί δύο ακόμη έργα με λουλούδια, που διαφέρουν όμως πολύ από τα έργα της παρισινής περιόδου. Τα κίτρινα και τα λαμπερά χρώματα έχουν εξαφανιστεί και στη θέση του βρίσκουμε χρώματα ζεστά ,αλλά πιο συγκρατημένα. Στις «Αχυρένιες στέγες στην Κορντεβίλ» βλέπουμε στο τοπίο που περιβάλλει τον Βαν Γκογκ την παλλόμενη από εντάσεις εξοχή της περιοχής της Οβέρ. Ο Τεό έρχεται να τον επισκεφθεί με τη γυναίκα του και το γιό του. Η συνάντηση αυτή δίνει μεγάλη χαρά στον Βαν Γκογκ. Χαρίζει στον ανιψιό του, που έχει το όνομά του, μία απ´ τις φωλιές πουλιών που μάζευε παιδί και που τις φύλαγε ως φυλαχτό. Εκθέτει στον αδερφό του την επιθυμία του για μια κοινή ζωή, και εκείνος φαίνεται να την εγκρίνει. Σχεδιάζουν να πάρουν ένα σπίτι στην εξοχή και να εγκατασταθούν όλοι μαζί. Κάνουν όνειρα. Ο Τεό όμως έχει οικονομικές δυσκολίες και η υγεία του είναι ασταθής. Καθυστερεί να καταβάλει τα ποσά που συνήθως δίνει στον Βαν Γκογκ. Εκείνος νιώθει εγκαταλελειμμένος γι´ αυτούς και για διάφορους άλλους λόγους. Το δραματικό του «Σταροχώραφο με τα Κοράκια» ανήκει στην περίοδο εκείνη.

Μια και ο αδερφός του δεν έρχεται να τον επισκεφθεί, αποφασίζει να πάει εκείνος να τον βρει στο Παρίσι. Η συνάντησή του με τον αδερφό του και τη νύφη του, μια Κυριακή στις αρχές του Ιουλίου, καταλήγει σε καβγά. Ο Βαν Γκογκ έχει την εντύπωση ότι όλα γκρεμίζονται γύρω του. Ο Γκασέ λείπει για δουλειές και δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Ο Βαν Γκογκ περνά την 14η Ιουλίου ολομόναχος. Σ´ ένα γράμμα του στον Τεό, στις 23 Ιουλίου, του μιλά για τη ματαιότητα της ζωής. Στις 27 Ιουλίου, ημέρα Κυριακή, ο Βαν Γκογκ κατευθύνεται προς τα σταροχώραφα, όπως τόσες άλλες φορές. Δεν έχει όμως μαζί του ούτε πινέλα, ούτε καβαλέτο, μόνο ένα περίστροφο για να χτυπήσει κοράκια. Σε μια στιγμή βαθιάς απελπισίας, το στρέφει στον εαυτό του. Τραυματισμένος κατορθώνει να φτάσει μέχρι το καφενείο Ραβού, όπου έχει νοικιάσει ένα δωμάτιο. Ο γιατρός Γκασέ ειδοποιείται και σπεύδει να τον σώσει. Διαπιστώνει όμως ότι η σφαίρα δε γίνεται να αφαιρεθεί. Όταν το επόμενο πρωί φτάνει ο Τεό, βρίσκει τον αδερφό του καθισμένο ήσυχα στο κρεβάτι του να καπνίζει την πίπα του. κουβεντιάζουν όλη τη μέρα στα Ολλανδικά και ξαναβρίσκουν τη συμπόνια του παλιού καλού καιρού. Το βράδυ ο Τεό δε φεύγει. Ξαπλώνει δίπλα του στο ίδιο κρεβάτι. Ο Βαν Γκογκ πεθαίνει έτσι, κοντά στον Τεό, γύρω στη μιάμιση τα ξημερώματα στις 28 Ιουλίου 1890.




(Όταν ο Βαν Γκογκ ζωγράφιζε τον κάπως σκυθρωπό πίνακα της τοπικής εκκλησίας στην Ωβέρ (1890), δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο εφημέριός της θα αρνούταν να τον θάψει στο νεκροταφείο, λίγες εβδομάδες αργότερα, επειδή είχε αυτοκτονήσει. Παρά την κατάσταση του ταραγμένου μυαλού του, που είχε επιδεινωθεί από τα οικονομικά προβλήματα του αδερφού του, ο ζωγράφος ήταν πολύ ήρεμος και διαυγής στις εκτιμήσεις του: «Το κτίριο είναι βιολετί πάνω σ´ έναν ουρανό σε απλό βαθύ μπλε, καθαρό κοβάλτιο, τα παράθυρα με τα χρωματιστά τζάμια φαίνονται σαν γαλάζιες κηλίδες και η στέγη είναι βιολετιά και εν μέρει πορτοκαλιά»)
της Β.Ηλιάδη




Απο Κυριακατικο σχολειο μεταναστων

Πηγη: http://my.aegean.gr/web/article175.html
Διαβάστε περισσότερα...

Vintage

Loading...
Η ακεραιότητα δεν έχει ανάγκη από κανόνες.

Albert Camus
Θα σου πω ένα μυστικό φίλε μου. Μην περιμένεις την Ημέρα της Κρίσης. Έρχεται κάθε μέρα.

Albert Camus
Πολιτικός είναι κάποιος που διαιρεί τους ανθρώπους σε δυο τάξεις: σε υποχείρια και σε εχθρούς.
Νίτσε
"Out of damp and gloomy days, out of solitude, out of loveless words directed at us, conclusions grow up in us like fungusQ one morning they are there , we know not how, and they gaze upon us, morose and gray. Woe to the thinker who is not the gardener but only the soil of the plants that grow in him."

Νίτσε

Το τραγουδι της Μαριας Νεφελης (Ο. Ελυτης)

"Κρίμας το κορίτσι" λένε
το κεφάλι τους κουνάν
Τάχατες για μένα κλαίνε
δε μ'απαρατάν!

Μες στα σύννεφα βολτάρω
σαν την όμορφη αστραπή
κι ό,τι δώσω κι ό,τι πάρω
γίνεται βροχή.

Βρε παιδιά προσέξετέ με
κόβω κι απ'τις δυο μεριές
το πρωί που δε μιλιέμαι
βρίζω Παναγιές

και το βράδυ όπου κυλιέμαι
στα γρασίδια καθενού
λες και κονταροχτυπιέμαι
ντρούγκου-ντρούγκου-ντρου

Τη χαρά δε τη γνωρίζω
και τη λύπη την πατώ
σαν τον άγγελο γυρίζω
πάνω από τον γκρεμό

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

Fly me to the moon

Αγαπημένα Στέκια

Follow by Email

Μπήκαν στο ράφι

'Εχουμε επισκέψεις!

Forum για Bloggers

image

Ελα και στην twitter παρεα μας

" Η πιο αξιόλογη επαναστατική φιλοδοξία είναι να δω τον άνθρωπο απελευθερωμένο από την αλλοτρίωσή του"
Τσε Γκεβάρα