Τα πνευματικα δικαιωματα των ποιηματων και των κειμενων ειναι κατοχυρωμενα.

"Είμαι αναρχικός, και ο αναρχικός είναι ένας άνθρωπος με συνοχή (πνευματική ειρήνη, η ηρεμία, η εξοχή, να δουλεύεις το λιγότερο δυνατό, όσο είναι απαραίτητο για να μπορείς να ζεις, να απολαμβάνεις την ομορφιά, τον ήλιο. Να απολαμβάνεις τη ζωή με κεφαλαία, τώρα υπάρχει η ζωή με πεζά). Είναι το να έχεις μια προσωπική θεώρηση. Να εφαρμόζεις τις ιδέες σου στην καθημερινότητα στο μεγαλύτερο βαθμό, χωρίς να περιμένεις μέχρι να γίνει η επανάσταση. Αυτό μπορεί να το κάνει ο αναρχικός τώρα. Είναι μια φιλοσοφική θεώρηση, είναι μια κατάσταση πνεύματος, μια στάση ζωής. Πιστεύω πως αυτή η κοινωνία είναι πολύ άσχημα οργανωμένη, τόσο κοινωνικά όσο και πολιτικά και οικονομικά. Πρέπει να την αλλάξουμε εντελώς. Η αναρχία επικαλείται μια ζωή εντελώς διαφορετική. Με την αναρχία, προσπαθούμε να ζούμε αυτή την ουτοπία λίγο λίγο κάθε μέρα."

Abel Paz

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011



Mε αφορμή σαν σήμερα την εξέγερση της Κροστάνδης το 1921, μερικές σκέψεις γύρω από το σύγχρονο αναρχισμό...

Τα τελευταία χρόνια το αναρχικό ρεύμα έχει αναζωπυρωθεί μέσα στο κίνημα, ιδιαίτερα ανάμεσα σε τμήματα νέων αγωνιστών. Δεν πρόκειται τόσο για μια τάση σταθερής οργανωτικής ανάπτυξης των αναρχικών ομάδων και συλλογικοτήτων ή συνολικής στράτευσης αγωνιστών στις ιδέες του αναρχισμού. Κυρίως έχει να κάνει με την αίγλη που αποκτά στα μάτια νέων αγωνιστών η έννοια της «αντι-εξουσίας», η γοητεία που ασκεί η συνθηματολογία και οι πρακτικές του «χώρου». Πρόκειται για την εμφάνιση ενός «φιλο-αναρχισμού» που είναι διάχυτος και ετερογενής.



Όσο «θολή» και συγκεχυμένη και αν είναι αυτή η αναγέννηση του αναρχισμού, παραμένει γεγονός ότι, παρά τις επιθέσεις και τις συκοφαντίες των ΜΜΕ, την εύκολη στοχοποίησή του (και με ευθύνη των ίδιων των αναρχικών) και τη συστηματική καταστολή από την αστυνομία, ο χώρος αυτός συνεχίζει να προσελκύει υποστηρικτές. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που κάνει τη συζήτηση για το «σύγχρονο αναρχισμό», τις αιτίες της δυναμικής του, τα χαρακτηριστικά του, αλλά και τις αδυναμίες του, αναγκαία και χρήσιμη.


Αν και το αγαπημένο θέαμα των ΜΜΕ, αυτό του «κουκουλοφόρου» που πετάει μολότοφ, κυριαρχεί ως εικόνα, υπάρχει ένας ολόκληρος «γαλαξίας» από ομάδες, «στέκια», αναρχικούς, που αναζητά και διαμορφώνει διαφορετικές τακτικές, λογικές, μεθόδους δράσης κ.λπ. Αυτό το άρθρο θα επιχειρήσει να εξετάσει τις μορφές που παίρνει ο σύγχρονος αναρχισμός και τα βασικότερα ρεύματα που διαμορφώνονται στο εσωτερικό του, αλλά και να αναδείξει κάποιες βασικές κοινές ιδέες που υπάρχουν και διαπερνούν όλα τα διαφορετικά ρεύματα της αναρχικής σκέψης. Θα επιχειρήσει επίσης να ανιχνεύσει μια βάση συζήτησης με τις καλύτερες δυνάμεις και αγωνιστές του αναρχισμού, αναδεικνύοντας όμως την αδυναμία αυτού του ρεύματος τελικά να οδηγήσει το κίνημα στη νίκη.


Ο βασικός ορισμός του αναρχισμού, η ουσία του, είναι η εναντίωση σε κάθε μορφή εξουσίας. Όμως κάτω από αυτή την πάρα πολύ πλατιά ομπρέλα συγκεντρώνεται ένα πλήθος ιδεών, πρακτικών, ερμηνειών της «εξουσίας» (π.χ. κρατική εξουσία, «εξουσία» ενός ατόμου πάνω σε ένα άλλο). Ακόμη και οι πιο σοβαρές προσπάθειες να δοθεί ένας ακριβής ορισμός του αναρχισμού αδυνατούν να καλύψουν τις σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους «κοινωνιστές» που δίνουν έμφαση στη συλλογική δράση και τους «ατομιστές» που νοιάζονται μόνο για την «ελευθερία του καθένα να κάνει ό,τι θέλει», όσους αναγνωρίζουν την ανάγκη ενός είδους οργάνωσης και όσους θεωρούν κάθε οργάνωση εκ των προτέρων «εξουσιαστική» κ.λπ.


Αυτό το εύρος είναι βασικό χαρακτηριστικό του αναρχισμού, στο βαθμό που... άνθρωποι όπως ο «κολεκτιβιστής» Μπακούνιν και ο οπαδός της μικροϊδιοκτησίας Προυντόν, ο αντιδραστικά αντικοινωνικός Στίρνερ και ο Ντουρούτι της επαναστατικής πειθαρχίας, μέχρι και προσωπικότητες όπως ο Τολστόι να μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στην πλατιά παράδοσή του.


Ένας αναρχικός κάποτε έγραψε: «Το να αυτοαποκαλείσαι αναρχικός σημαίνει να είσαι πρόθυμος να ταυτιστείς με ένα απρόβλεπτο εύρος ιδεών, είναι ένας χαρακτηρισμός που το πιθανότερο είναι να μη σημαίνει το ίδιο πράγμα για οποιουσδήποτε δύο διαφορετικούς ανθρώπους, ακόμα και για δύο αναρχικούς».


Αυτό το εγγενές χαρακτηριστικό έχει γίνει ακόμα πιο έντονο στον πιο διάχυτο «σύγχρονο αναρχισμό». Ο όρος «σύγχρονος» ή «νέος» αναρχισμός, που χρησιμοποιούμε, έχει να κάνει με τις διαφορές που υπάρχουν με τον «ιστορικό αναρχισμό», δηλαδή το κίνημα που αναπτύχθηκε από την εποχή της Πρώτης Διεθνούς και τον Μπακούνιν ως το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.


Η τελευταία –και η μεγαλύτερη– αναλαμπή του ιστορικού αναρχισμού, που έφτασε στο αποκορύφωμα της επιρροής του τη δεκαετία του ’30 στην Ισπανία, υπέστη μια συντριπτική ήττα από τους φασίστες του Φράνκο και την αντεπαναστατική πολιτική του σταλινικού Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας. Ένα κάποτε ζωντανό και μαζικό διεθνές αναρχικό κίνημα βρέθηκε ερειπωμένο με το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.


Η κοινωνική έκρηξη του ’60 και του ’70 μαζικοποίησε μια γενιά πολιτικοποίησης, που αμφισβήτησε με μαζικούς όρους την κυριαρχία της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς (σοσιαλδημοκρατία και σταλινικά ΚΚ). Ο αναρχισμός επανεμφανίστηκε σαν ρεύμα μέσα σ’ αυτή τη νέα γενιά, αλλά με πολύ μειοψηφικούς όρους. Η μαζική είσοδος της εργατικής τάξης στον αγώνα –που χαρακτήρισε το 1968– και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα της εποχής (Κούβα, Βιετνάμ κ.λπ.) έστρεψαν φυσιολογικά τη συντριπτική πλειοψηφία των νέων αγωνιστών σε μαρξιστική κατεύθυνση με στόχο την κοινωνική επανάσταση.


Η υποχώρηση του μαζικού κινήματος, η συνεπακόλουθη κρίση της επαναστατικής Αριστεράς και η διάψευση των άμεσων επαναστατικών προσδοκιών, οδήγησαν ένα μεγάλο μέρος της ριζοσπαστικοποίησης σε πιο «περιφερειακές» κατευθύνσεις, σε μια πολιτική «εξέγερσης» σε συνύπαρξη με τον καπιταλισμό και το αστικό κράτος. Ήταν σ’ αυτό το έδαφος της υποχώρησης του κύματος του ’68 που οι αναρχικές ιδέες άρχισαν να αποκτούν ξανά μαζικά αξιόλογη επιρροή.


Στην Ελλάδα, ο ιστορικός αναρχισμός δεν γνώρισε ποτέ μεγάλη ανάπτυξη. Ο σύχρονος αναρχισμός εμφανίζεται στη νεολαιίστικη ριζοσπαστικοποίηση του Πολυτεχνείου και της μεταπολίτευσης, χωρίς όμως και πάλι σημαντική επιρροή.


Η δεκαετία του ’80 σηματοδοτεί μια πρώτη σημαντική άνοδο της επιρροής του αναρχισμού στη νεολαία. Η υποχώρηση, την ίδια εποχή, των μαχητικών εργατικών αγώνων της μεταπολίτευσης έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της σύγχρονης μορφής του αναρχισμού. Πολλοί αναρχικοί απογοητεύτηκαν από «την κοινωνία» συνολικά και ειδικά από την εργατική τάξη. Μπήκαν οι βάσεις για την ανάπτυξη ενός είδους «πολιτισμικού» αναρχισμού, με τις δικές του μορφές κοινωνικής οργάνωσης, που συνήθως ήταν αποκομμένες από τους γενικότερους πολιτικούς αγώνες. Αναπτύχθηκε η επιλογή του «περιθωρίου», ο αναχωρητισμός στα Εξάρχεια, η κριτική στο «συντηρητισμό» των εργαζομένων (που κατηγορήθηκαν συλλήβδην ως «μικροαστοί»), μια ηθική ενάντια στην εργασία και την κοινωνία. Η καταπίεση και η εκμετάλλευση έπαψαν να θεωρούνται πραγματικότητες που έπρεπε να καταπολεμηθούν και θεωρήθηκαν «προλήψεις» που έπρεπε να «απορρίψει» κανείς.


Το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα λειτούργησε ως καταλύτης για την αναζωπύρωση των ιδεών του αναρχισμού με πιο μαζικούς όρους. Σε διεθνές επίπεδο, μετά από χρόνια χωρίς μεγάλες νίκες του εργατικού κινήματος –εκτός από μερικές εξαιρέσεις– η «μάχη του Σιάτλ» το 1999 και η επιτυχία της στο δρόμο προκάλεσε ενθουσιασμό στους νεότερους κυρίως ακτιβιστές. Οι συγκρούσεις έξω από τους χώρους συνάντησης των διεθνών επιτελείων εξουσίας έγιναν ο ακρογωνιαίος λίθος ενός αναγεννημένου αναρχικού κινήματος και η επανάληψη της επιτυχίας του Σιάτλ έγινε αυτοσκοπός. Η Πράγα, η Γένοβα έγιναν πεδία δράσης του νέου αναρχισμού, ενώ η Θεσσαλονίκη του 2003 «εισήγαγε» αυτή τη διεθνή τάση στην Ελλάδα με τον πιο άμεσο τρόπο. Ο όρος «μαύρο μπλοκ» έγινε παγκόσμια γνωστός.


Το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα έπαιξε ρόλο στην αίγλη που απέκτησαν μέσα στον αναρχισμό οι συγκρουσιακές τακτικές, αλλά και στη διαμόρφωση των πολιτικών του: Κάποια χαρακτηριστικά του κινήματος, όπως η εχθρική αντιμετώπιση των πολιτικών συζητήσεων και των πολιτικών οργανώσεων, η «αρχή της συναίνεσης», η διαρκής συζήτηση για το «πλήθος τακτικών», ενώ υποβαθμιζόταν εντελώς το «πλήθος πολιτικών» στο εσωτερικό του κινήματος, υιοθετήθηκαν από το νέο αναρχισμό, χωρίς να αποτελούν βασικά ιστορικά του χαρακτηριστικά. Μαζί με αυτές τις νέες ιδέες, ο αναρχισμός δεν απαλλάχτηκε ποτέ από τον ελιτισμό που τον διαμόρφωσε στα χρόνια της υποχώρησης του εργατικού κινήματος.


Ο Staughton Lynd, στο βιβλίο «Γουόμπλις και Ζαπατίστας», γράφει χαρακτηριστικά πως το νέο κίνημα «...κατέφτασε χωρίς θεωρία, αλλά με το λεξιλόγιο του αναρχισμού». Πρόκειται γι’ αυτόν ακριβώς τον αόριστο «αντιεξουσιασμό» που είναι ελκυστικός στους νέους ακτιβιστές και τον οποίο αναπαράγουν οι αναρχικοί, χωρίς να του δίνουν σαφή κατεύθυνση, είτε από πρόθεση είτε από πολιτική αδυναμία. Ο Lynd, που στο βιβλίο του κάθε άλλο παρά εχθρικός είναι προς τους αναρχικούς, συνοψίζει εύστοχα τα προβλήματα αυτής της οπτικής: «...με ανησυχεί το ότι, με την έλλειψη θεωρίας, πολλοί από αυτούς που σήμερα διαδηλώνουν στους δρόμους θα αποδειχθούν πιθανά σπρίντερ και όχι μαραθωνοδρόμοι».

Τα γενικότερα χαρακτηριστικά
Αυτή η έμφαση στην πράξη και όχι στη θεωρία –και σε ορισμένες περιπτώσεις η ανύψωση της τακτικής σε ζήτημα αρχής– δείχνει δύο προβλήματα του σύγχρονου αναρχισμού.


Πρώτον, οι αναρχικές μέθοδοι πάλης (ή και ο «αναρχικός τρόπος ζωής») μεταμορφώθηκαν από μόνες τους σε λόγο ύπαρξης, σε πολιτική ταυτότητα. Οι ίδιες οι τακτικές έγιναν ο στόχος. Σε μια κινητοποίηση για τη διεκδίκηση ενός ελεύθερου χώρου, το αναρχικό κριτήριο δεν είναι τόσο αν θα καταφέρουν οι κάτοικοι να αποκτήσουν πάρκο, όσο αν το πάρκο θα αποκτήσει «ελευθεριακές» δομές, αν θα αποφύγει το κίνημα κάθε διαπραγμάτευση με το κράτος. Στις γενικές απεργίες σπάνια συναντά κανείς συζητήσεις μεταξύ αναρχικών για τη συμμετοχή στην απεργία, τον όγκο της διαδήλωσης, τις συζητήσεις στα εργατικά «πηγαδάκια». Αυτό που κάνει «πετυχημένη» την απεργία για πολλούς αναρχικούς είναι ο αριθμός των μολότοφ που δέχτηκαν οι μπάτσοι και των τραπεζών που βρέθηκαν με σπασμένες τζαμαρίες.


Δεύτερον, αυτή η έμφαση στην πράξη, στην ίδια την τακτική ως αυτοσκοπό, έχει οδηγήσει και σε μια εγκατάλειψη κάθε μακροχρόνιας, στηριγμένης σε στόχους, στρατηγικής.
Ως συνέπεια αυτής της εξέλιξης, ακόμα και ο ιστορικός αναρχικός στρατηγικός στόχος της επανάστασης και καταστροφής του κράτους δείχνει να έχει υποχωρήσει σε δεύτερη μοίρα. Αντίθετα, το σύγχρονο αναρχικό σχέδιο ασχολείται περισσότερο με μια «εξεγερμένη ζωή» και με «ελευθεριακές δομές» στο σήμερα (οριζόντια δικτύωση, αμεσοδημοκρατία, αυτοδιαχειριζόμενα στέκια κ.λπ.) παρά με την προσπάθεια ανατροπής του καπιταλισμού και του κράτους.


Αυτές οι αντιλήψεις υπήρξαν πάντα κομμάτι του αναρχισμού. «Καμία επανάσταση δεν θα πετύχει ποτέ την απελευθέρωση, αν τα μέσα, που θα χρησιμοποιήσει για να το πετύχει, δεν είναι συμβατά με το πνεύμα και τους στόχους που θέλει να πετύχει», έγραφε η Έμα Γκόλντμαν. Ιστορικά οι αναρχικοί θεωρητικοί έδιναν έμφαση στην «ελευθεριότητα» κάθε εγχειρήματος παρά στην αποτελεσματικότητά του. Όμως η διαφορά στο νέο αναρχισμό είναι ότι αντί τα μέσα να αντικατοπτρίζουν το σκοπό, τα μέσα έγιναν ο ίδιος ο σκοπός.


Σαν συνέπεια, η ιστορική εχθρότητα του αναρχισμού απέναντι στο κράτος σήμερα εκφράζεται από έναν αναχωρητισμό στη διατύπωση στόχων, όχι μόνο μακροπρόθεσμων, αλλά και πιο άμεσων. Έτσι, οι αγωνιστές όχι μόνο δεν έχουν καμιά στρατηγική για την ανατροπή του κράτους, αλλά δεν πρέπει ούτε να έχουν αιτήματα από αυτό. Οι στρατηγικές που στρέφονται γύρω από το κράτος, υποστηρίζει ο σύγχρονος αναρχισμός, υπηρετούν μόνο στο να το «νομιμοποιούν» (ως δύναμη που εγγυάται τα δικαιώματα και τις ελευθερίες) ή καταλήγουν να αποδέχονται την «ηγεμονία» του. Πρόκειται για μια αντίληψη που όσο «ριζοσπαστική» κι αν ακούγεται, κρύβει σοβαρά αδιέξοδα και αδυναμίες. Αδυναμίες στρατηγικές: Το κράτος, ένας υπαρκτός μηχανισμός με τον οποίο η άρχουσα τάξη ασκεί την εξουσία της και διατηρεί την κυριαρχία της, αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν «ιδέα» που πρέπει απλά να «απονομιμοποιήσουμε» στα μάτια της κοινωνίας, σαν «πρόληψη» από την οποία οι άνθρωποι πρέπει να «απαλλαγούν».


Όμως αυτή η αντίληψη οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερες αδυναμίες τακτικής στην οργάνωση της καθημερινής αντίστασης σήμερα. Η πάλη για δωρεάν υγεία και παιδεία, η μάχη ενάντια στις περικοπές, η διεκδίκηση θέσεων εργασίας και αυξήσεων, η απαίτηση για βαριά φορολόγηση του κεφαλαίου, απευθύνονται στο κράτος. Είναι ζητήματα άμεσης ανάγκης για τον κόσμο της εργασίας. Είναι στόχοι για τους οποίους αγωνίζονται εκατομμύρια άνθρωποι, στόχοι γύρω από τους οποίους μπορεί να συσπειρωθούν και να κινητοποιηθούν πολύτιμες κοινωνικές δυνάμεις. Είναι αγώνες που υπηρετούν την εργατική τάξη, αμφισβητούν τις προτεραιότητες του κεφαλαίου και ανοίγουν το δρόμο για αποφασιστικότερες συγκρούσεις. Για τον αναρχισμό όλα αυτά είναι πολύ «ταπεινά», αφού κάνουν το θανάσιμο αμάρτημα να «απευθύνονται στο κράτος».


Σε πρόσφατους αγώνες του κινήματος στην Ελλάδα έχουμε δει τέτοια δείγματα. Στους μεγάλους φοιτητικούς ξεσηκωμούς του 2006-2007, η μεγαλύτερη μερίδα αναρχικών, αν και συμμετείχε στις διαδηλώσεις και τις καταλήψεις, σνόμπαρε τα αιτήματα που έσπρωξαν χιλιάδες και χιλιάδες φοιτητές στο δρόμο: την απόσυρση του νόμου-πλαίσιο και την υπεράσπιση του άρθρου 16. Ακόμα και το –συνολικότερο– αίτημα για δημόσια και δωρεάν παιδεία για όλους αντιμετωπίστηκε με εχθρότητα από αναρχικές αφίσες, που θεωρούσαν απαράδεκτη την υπεράσπιση των «κρατικών πανεπιστημίων», αφού περιείχαν την καταραμένη λέξη που άρχιζε από «κ».


Ακόμα και στο αντιρατσιστικό μέτωπο υπήρξαν τέτοιες προβληματικές αντιμετωπίσεις. Αν και τα αντιρατσιστικά αντανακλαστικά και η αλληλεγγύη προς τους μετανάστες σε αυτό το χώρο βάζουν τα γυαλιά στην πατριωτική και στην καθωσπρέπει μερίδα της Αριστεράς, η πρότασή τους για τα προβλήματα των μεταναστών μένει στο «οι μετανάστες είναι αδέρφια μας», καθώς δεν λείπουν θεωρίες που αντιμετωπίζουν αιτήματα όπως η νομιμοποίηση και η υπηκοότητα ως σχεδόν αντιδραστικά. Θεωρίες για την «ελευθερία» του να ζεις «χωρίς χαρτιά» και το πόσο προβληματικό είναι να ζητάς από το κράτος να γίνεις «νόμιμος» μπορεί να ακούγονται ριζοσπαστικές σε κάποιον μποέμ των Εξαρχείων, ή έναν οργισμένο έφηβο που θέλει να «ζήσει ελεύθερα», αλλά στους κυνηγημένους μετανάστες δεν ακούγονται καθόλου σαν ελκυστική προοπτική.


Η αναρχική αυτή αντίληψη συμπυκνώνεται με τον πιο σαφή τρόπο σε μια εμπειρία από το διεθνή χώρο και συγκεκριμένα στο κίνημα της 4ης Μάρτη 2010 στην Καλιφόρνια ενάντια στις περικοπές στα πανεπιστήμια. Εκεί, η αναρχική πτέρυγα του κινήματος έριξε το σύνθημα: «Καταλαμβάνουμε τα πάντα, δεν απαιτούμε τίποτα». Πρόκειται για την ουσία της σύγχρονης αναρχικής τακτικής. Αρνούμενοι την «πολιτική» και επιμένοντας σε μια γενική «εξεγερτικότητα» και «ελευθεριακότητα» στον τρόπο ζωής και τις μορφές πάλης, υποβαθμίζουν τα πολύ πιο δύσκολα καθήκοντα της διαμόρφωσης τακτικής, συνθημάτων, μορφών πάλης, που είναι σε θέση να κινητοποιήσουν ευρύτερες δυνάμεις εκτός από τους λίγους «εξεγερμένους», να κρατήσουν τη συνέχεια στο κίνημα, να πετύχουν νίκες.


Ένας ακόμα λόγος που ο αναρχικός χώρος σε μεγάλο βαθμό αρνείται να «λερώσει τα χέρια του» με τέτοια καθήκοντα, έχει να κάνει και με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται ζητήματα όπως η οργανωμένη δράση, η σχέση άμεσης δημοκρατίας και αντιπροσώπευσης, η σχέση ηγεσίας και βάσης.


Οι αναρχικοί, από τη φύση και τις αρχές αυτού του κινήματος, δεν αντιπροσωπεύουν κανένα παρά μόνο τον εαυτό τους. Όμως αυτό το φαινομενικά «ριζοσπαστικό» χαρακτηριστικό σημαίνει ότι επίσης δεν λογοδοτούν σε κανένα, παρά μόνο στον εαυτό τους.


Οι αναρχικοί όλων των αποχρώσεων έχουν σαν κεντρικό σημείο της κριτικής τους τις «πρωτοπορίες». Ο όρος «πρωτοπορία», που έχει δεχτεί τόση λάσπη, δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από τους πιο μαχητικούς και πιο συνειδητοποιημένους αγωνιστές. Η ύπαρξη διαφορετικών επιπέδων μαχητικότητας, συνείδησης, στράτευσης κ.λπ. σε μια κοινωνία και μέσα στην εργατική τάξη είναι μια πραγματικότητα του καπιταλισμού και όχι «ανακάλυψη» της Αριστεράς.


Σε μη επαναστατικούς καιρούς, σε καιρούς ύφεσης των αγώνων, η πλειοψηφία του κόσμου, τσακισμένη από την εκμετάλλευση, απογοητευμένη από όσα γίνονται γύρω της, φοβισμένη απέναντι στον φαινομενικά «πανίσχυρο» εχθρό ή αφοπλισμένη απέναντι στις κυρίαρχες ιδέες, δεν έχει τον τρόπο, τη διάθεση ή το κίνητρο να παλέψει και να αμφισβητήσει. Σε τέτοιους καιρούς, όσοι πιστεύουν στην αλλαγή του κόσμου και παλεύουν γι’ αυτή, δεν εγκαταλείπουν τον αγώνα, συνεχίζουν την προσπάθεια να οργανωθούν αντιστάσεις. Από αυτή την άποψη λειτουργούν αντικειμενικά ως «πρωτοπόροι». Η συγκρότησή τους σε μια οργανωμένη πολιτική δύναμη τους επιτρέπει με την παρέμβασή τους να γίνονται ένα με τις «πλατιές» μάζες, χωρίς να «χάνονται» όμως στο μέσο όρο των ιδεών και των αντιλήψεων που κυκλοφορούν. Αντίθετα, επιχειρούν να «τραβήξουν μπροστά» όλο και περισσότερους, να «δημιουργήσουν» όλο και περισσότερες, όλο και μαζικότερες «πρωτοπορίες». Σε αυτή την προσπάθεια, οι οργανωμένοι επαναστάτες είναι υποχρεωμένοι σε κάθε μαζικό χώρο που βρίσκονται, να προσπαθούν να πείσουν, να αποδείξουν, να στηρίξουν, να δώσουν προοπτική.


Είναι μια ζωντανή, αμφίδρομη σχέση «πρωτοπορίας-κινήματος» ή «κόμματος-τάξης», όπου οι οργανωμένοι αγωνιστές προσπαθούν, με όσα κάνουν και όσα λένε, να αποδείξουν ότι έχουν δίκιο και ότι είναι χρήσιμοι, παλεύουν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των ανθρώπων. Αυτό το καθήκον αποκηρύσσουν οι αναρχικοί ως «εξουσιαστικό», λες και οι οργανωμένοι μπορούν να επιβάλουν με το «έτσι θέλω» την ηγεμονία τους σε ένα κίνημα. Καθώς αρνούνται να παίξουν το ρόλο του «πρωτοπόρου», οι αναρχικοί καταλήγουν να υποκαθιστούν τις μάζες, όταν αυτές δεν βγαίνουν στο προσκήνιο, οργανώνοντας «κοινωνικές εξεγέρσεις» με λίγες εκατοντάδες σε μέγεθος και για λίγες ώρες σε διάρκεια.


Σε καιρούς αγωνιστικής ανάτασης, σε επαναστατικές εποχές, σπάει ο φόβος, η απάθεια και η απογοήτευση, οι μάζες μπαίνουν στο προσκήνιο και κάνουν πέρα τους παλιούς «επαγγελματίες αντιπροσώπους», χιλιάδες και χιλιάδες απλοί άνθρωποι γίνονται «πρωτοπόροι» και «ηγέτες». Σε τέτοιες κρίσιμες αναμετρήσεις, αυτές οι πρωτοπορίες πρέπει να είναι οργανωμένες για να δώσουν αποτελεσματικά τη μάχη των ιδεών και να κερδίσουν, να διαμορφώσουν μια συνολική νικηφόρα στρατηγική και τακτική. Οι αναρχικοί και πάλι απέχουν απ’ αυτή τη προσπάθεια.


Αν σε μη επαναστατικούς καιρούς, ο αναρχισμός αποδεικνύεται πρωτοπορία της υποκατάστασης, σε επαναστατικές στιγμές, καθώς αρνείται να «καθοδηγήσει», αποδεικνύεται πρωτοπορία άχρηστη και ανεύθυνη για όσους τον ακολουθούν.


Αυτά τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου αναρχισμού σίγουρα δεν τα συναντά κανείς σε κάθε αναρχικό αγωνιστή ή κάθε ριζοσπαστικοποιημένο νέο που σε ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό «ταυτίζεται» με τον «αντιεξουσιασμό». Όμως παραμένει γεγονός πως τέτοιου είδους ιδέες διαπερνούν μεγάλα τμήματα του «χώρου» και καθορίζουν τη γενικότερη φυσιογνωμία του.


Αυτά τα γενικά χαρακτηριστικά του αναρχικού χώρου δεν αναιρούν, φυσικά, το γεγονός ότι μέσα στο αναρχικό κίνημα υπάρχουν διαφορετικές τάσεις που επιχειρούν να διαμορφώσουν τακτικές και να δώσουν απαντήσεις σε θεμελιώδη ζητήματα. Αυτές οι τάσεις δεν είναι πάντα εύκολο να διακριθούν και δεν αλληλοαποκλείονται. Συχνά άλλωστε διαπλέκονται μεταξύ τους.


Το γεγονός ότι πολλές διαφορετικές ιδέες, που βρίσκονται συχνά σε ριζική αντίφαση μεταξύ τους, ταυτόχρονα συνυπάρχουν και διαπερνούν σε ένα βαθμό όλα τα ρεύματα του αναρχισμού, κάνει δύσκολη μια συγκεκριμένη παρουσίαση των διαφορετικών τάσεων. Γνωρίζοντας αυτή τη δυσκολία, θα επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε στοιχειωδώς τα διαφορετικά ρεύματα που διαμορφώνονται στο σύγχρονο αναρχισμό, είτε πιο «συγκροτημένα» είτε ως «δέσμες ιδεών» που μοιράζονται αρκετοί αναρχικοί.

Τα διάφορα ρεύματα


1. «Εξεγερτικός»-«συγκρουσιακός» αναρχισμός
Πρόκειται για την πιο ορατή πτέρυγα του κινήματος, καθώς οι επιθέσεις σε κτίρια και οι συγκρούσεις με την αστυνομία δημιουργούν εντυπωσιακά πρωτοσέλιδα και τηλεοπτικά πλάνα. Αν και προϋπήρχε, απέκτησε εκτεταμένη φήμη σε διεθνές επίπεδο κυρίως μετά τις διεθνείς διαδηλώσεις του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος.


Πολλοί θεωρητικοί του «μαύρου μπλοκ» ισχυρίζονται ότι τα παραδοσιακά εργατικά και κοινωνικά κινήματα δουλεύουν για να ενισχύσουν την κρατική εξουσία, συμμετέχοντας σε μορφές διαμαρτυρίας που είναι αποδεκτές από το καθεστώς. Οι εξεγερσιακοί χρησιμοποιούν τακτικές «μαύρου μπλοκ» για να εκθέσουν την ηγεμονία της κρατικής εξουσίας.
Ένα πρόσφατο κείμενο θέσης από το Institute for Anarchist Studies’ Perspectives συνοψίζει τους στόχους της τακτικής του μαύρου μπλοκ:


«Οι αναρχικοί και οι αντιεξουσιαστές, που διαδηλώνουν στο μαύρο μπλοκ, απειλούν την ικανότητα του κράτους να ελέγχει τα σώματα των διαδηλωτών. Αν οι “ειρηνοποιοί” αρνούνταν να αποδεχτούν τους περιορισμούς και τον έλεγχο, η αστυνομία θα έπρεπε να ενισχύσει την παρουσία της και να κάνει πιο ορατό τον έλεγχό της πάνω στη διαδήλωση. Αυτή η διογκωμένη παρουσία της θα έδινε την εικόνα ενός πολύ πιο απειλητικού κράτους και θα απεικόνιζε ξεκάθαρα την εξουσία του. Το μαύρο μπλοκ εξέθεσε και αμφισβήτησε τους ηγεμονικούς μηχανισμούς ελέγχου, που χρησιμοποιούν τόσο οι “φυσιολογικοί” οργανωτές διαδηλώσεων όσο και το κράτος».


Πρόκειται για την περιγραφή μιας ψυχρής συνταγής για να προκαλέσει κανείς αστυνομική βία ενάντια στους υπόλοιπους διαδηλωτές. Τα κινήματά μας όμως δεν χρειάζονται ειδικές τακτικές για να προκαλέσουν την αστυνομική βία, αυτή είναι δεδομένη, όταν γινόμαστε απειλητικοί. Για να γίνει αυτό, χρειαζόμαστε περισσότερους ανθρώπους στη δικιά μας μεριά. Αλλά οι εξεγερσιακοί προτιμούν να αποκαλύψουν «ένα πιο απειλητικό κράτος», παρά να ενισχύσουν τη δύναμη και τη μαζικότητα των κοινωνικών κινημάτων.
Η ανύψωση των οδομαχιών σε θέση αρχής δημιουργεί έναν κυνισμό. Στις 15 Δεκέμβρη, ενώ η αστυνομία έπνιξε το κέντρο της Αθήνας στα χημικά, επιτέθηκε απρόκλητα σε μπλοκ σωματείων και οργανώσεων της Αριστεράς και έστειλε κόσμο στα νοσοκομεία, κάποιοι αναρχικοί πανηγύριζαν για την «αποτελεσματικότητα» που έδειξαν απέναντι στην αστυνομία εκείνη την ημέρα. Η εμμονή στις οδομαχίες οδηγεί σε μια διαρκή αναζήτηση «επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας» που στρατιωτικοποιεί σε απόλυτο βαθμό την κοινωνική σύγκρουση.


Μια αναρχική ομάδα στις ΗΠΑ, με αφορμή το Δεκέμβρη του 2008 στην Ελλάδα και τη συζήτηση ενόψει του G20 στο Πίτσμπουργκ, εντόπισε καταρχήν μια αλήθεια:
«Έχει ειπωθεί ότι οι διαδηλώσεις της περασμένης δεκαετίας λειτούργησαν ως ένα μέσο ισχυροποίησης του αστυνομικού κράτους: Χωρίς να το έχουν απειλήσει ποτέ στα σοβαρά, το προκάλεσαν να αναπτύξει ένα πολύ πιο ισχυρό ανοσοποιητικό σύστημα. Όμως μπορεί να ισχύει ότι αυτό το αστυνομικό κράτος με τη σειρά του έθρεψε ένα πιο σκληρό είδος αναρχικών, με τον τρόπο που νέα είδη ιών αναπτύσσονται ανθεκτικά στα υπάρχοντα αντισώματα».


Οι δυνάμεις καταστολής μπορεί να ενίσχυσαν το οπλοστάσιό τους και να αναβαθμίστηκαν με δικαιολογία τις «μαυρομπλοκίτικες» τακτικές, πράγμα που κανένας αγωνιστής δεν θεωρεί θετική εξέλιξη, αλλά εφόσον το «νέο είδος αναρχικών» μπορεί να τις αντιμετωπίσει, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, σύμφωνα με τους θεωρητικούς του μαύρου μπλοκ.
Αυτή η αντίληψη «κλιμάκωσης» καταλήγει να ενισχύει το αστυνομικό κράτος, να απομαζικοποιεί αρκετές φορές τα κινήματα και τελικά αποδεικνύεται πως και η πιο αναβαθμισμένη και ετοιμοπόλεμη ομάδα δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί νικηφόρα στις δυνάμεις καταστολής.


Η «στρατηγική της έντασης» στην Ιταλία τη δεκαετία του ’70 παραμένει το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των αδιεξόδων. Η ένταση της καταστολής και των συγκρούσεων αποτέλεσε επιλογή της άρχουσας τάξης για να κάνει τις διαδηλώσεις αρκετά επικίνδυνες και «τρομακτικές» για τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού, να χτίσει κοινωνική συναίνεση γύρω από το αίτημα για «τάξη και ασφάλεια». Όμως η προσπάθεια αρκετών αγωνιστών να απαντήσουν στην κλιμάκωση της καταστολής στρατιωτικά και όχι πολιτικά ήταν ένας από τους λόγους που οδήγησε στην απομόνωση τα «αυτόνομα» κινήματα του ’70 και στην ήττα τους. Το αποκορύφωμα αυτής της αδιέξοδης επιλογής, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, ήταν πολύ πιο μαζικές, σοβαρές και οργανωμένες από τις σημερινές ομάδες που κάνουν «μπάχαλα» ή και τη «νέα γενιά» ένοπλων οργανώσεων, που επιδιώκουν την «κλιμάκωση». Παρ’ όλα αυτά συντρίφτηκαν από το ιταλικό κράτος.


Η αναγωγή των οδομαχιών σε αποκλειστικό περιεχόμενο του αγώνα έδειξε τα σοβαρά της προβλήματα μετά την τραγική στιγμή στην τράπεζα Μαρφίν στις 5 Μάη 2010. Και από το ίδιο το συμβάν (που προειδοποίησε για το τι «μπουμπούκια» μπορεί να ανθίσουν ανεξέλεγκτα στο έδαφος της οργανωτικής «χαλαρότητας», του μηδενισμού και της φετιχοποίησης της βίας). Κυρίως όμως από την παραλυτική κρίση και την εσωστρέφεια στην οποία βυθίστηκε ο «χώρος» στο διάστημα που ακολούθησε, όταν πολλοί αναρχικοί αγωνιστές έφτασαν στο σημείο να μη βρίσκουν το λόγο (ή τη διάθεση) να διαδηλώσουν, στο βαρύ κλίμα που είχε δημιουργηθεί.


Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι «Βία ή Μη-βία». Μακριά από εμάς η καταδίκη «της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται». Το ζήτημα είναι τι βία, από ποιους και με τι στόχο. Η περιφρούρηση μιας απεργίας μπορεί να χρειαστεί βία. Στις γνήσιες λαϊκές εξεγέρσεις, όπως αυτή που βλέπουμε στην Αίγυπτο, υπάρχουν πολύ πιο ουσιαστικές και μαζικές μορφές «αντιβίας», όπως καταλήψεις κυβερνητικών κτιρίων και εργοστασίων, συγκρούσεις με την αστυνομία και το στρατό. Το Δεκέμβρη του ’08, οι μαθητές πολιόρκησαν αστυνομικά τμήματα, επιτέθηκαν σε περιπολικά, έριξαν πέτρες σε τράπεζες.


Είναι τελείως διαφορετική υπόθεση από όλες τις παραπάνω το οργανωμένο κατέβασμα μικρών ομάδων με «επιχειρησιακό πλάνο» και «πλήρη εξάρτυση», με αποκλειστικό στόχο τη σύγκρουση. Αυτού του τύπου οι συγκρούσεις τείνουν να πάρουν χαρακτήρα εθιμοτυπικού, οργανωμένου ραντεβού με τα ΜΑΤ σε τέτοιο βαθμό, που κάνουν δύσκολο να τις αντιμετωπίσει κανείς σαν ένα –δικαιολογημένο– «οργισμένο ξέσπασμα».

2. «Αναρχοατομισμός» και «μηδενισμός»: Ο αντικοινωνικός αναρχισμός
Πολλοί αναρχικοί τραβάνε μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους ίδιους και τους άλλους που αντιστέκονται μέσα στον καπιταλισμό. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, ο βασικός διαχωρισμός της κοινωνίας δεν είναι ανάμεσα σε τάξεις, ούτε ανάμεσα σε καταπιεστές και καταπιεσμένους, αλλά ανάμεσα σε «εξουσιαστές» (ή δυνάμει «εξουσιαστές») και «αντιεξουσιαστές».


Αυτή η αντίληψη, επηρεάζει σε ένα βαθμό όλα τα ρεύματα, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο. Όμως στην υπερβολή της οδηγεί σε έναν αντικοινωνικό, ακραία ελιτίστικο και μηδενιστικό αναρχοατομικισμό που τείνει να γίνει ένα άτυπο «ρεύμα» μόνος του. Για τους αναρχοατομιστές ο εχθρός βρίσκεται «σε όλους τους φυσικούς και πνευματικούς περιορισμούς με τους οποίους το κεφάλαιο, ή η ταξική κοινωνία, ή ο κρατισμός ή η κοινωνία του θεάματος, απαλλοτριώνει την καθημερινή ζωή, το χρόνο μας...»[1].
Οι αναρχικοί αυτού του ρεύματος θεωρούν μόνο τον εαυτό τους έξω απ’ το σύστημα εξουσίας και όλους τους άλλους λίγο ή πολύ εχθρούς τους. Με αυτή τη λογική, στο στόχαστρο μπαίνουν όλοι, όχι μόνο τα αφεντικά, ή οι αστυνομικοί, αλλά και οι «ρουφιάνοι» δημοσιογράφοι, οι «βολεμένοι» δημόσιοι υπάλληλοι, οι «προσκυνημένοι» αριστεροί, οι «νοικοκυραίοι» που είναι «πρόβατα», οι μετανάστες που «θέλουν να ενσωματωθούν», ακόμα και όσοι αναρχικοί έχουν άλλες αντιλήψεις.
Στην Ελλάδα, την επιρροή τέτοιων αντικοινωνικών ιδεών μπορούμε να δούμε στις προκηρύξεις των Πυρήνων της Φωτιάς. Αν και έχουν κάνει την επιλογή της ένοπλης δράσης, οι θέσεις τους εκφράζουν τη μηδενιστική απέχθεια για την «κοινωνία» συνολικά, και όχι τις παραδοσιακές (πιο «κοινωνικές») αναφορές των παραδοσιακών ένοπλων οργανώσεων.


«Αφήνουμε οριστικά πίσω μας την προϊστορία της ταξικής πάλης. Δεν έχουμε καμιά εμπιστοσύνη στην εργατική-υπαλληλική τάξη που υποκλίνεται στους αφεντάδες της και θέλει να γίνει κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους, ενώ ταυτόχρονα ξεσηκώνεται για τα ψίχουλα που της στερούν απ’ το τραπέζι. Γιατί θεωρούμε πως ο δρόμος για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια είναι πάντα προσωπικός και δεν χωράει σε στερεότυπα και ταμπέλες»[2].


Τέτοια ρεύματα δεν έχουν στόχους για τη δημιουργία μιας νέας κατάστασης, συνολικής ή έστω μερικής, αλλά απλά την «καταστροφή» του υπάρχοντος. Στην πραγματικότητα, το αποτέλεσμα τέτοιων αντιλήψεων είναι το αντίστροφο, είναι η διαιώνιση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και όχι η καταστροφή της. Το σύστημα εκμετάλλευσης, καταπίεσης, αλλοτρίωσης της εξουσίας στηρίζεται σε κοινωνικές σχέσεις και όχι σε αντικείμενα. Τις κοινωνικές σχέσεις μόνο δυνάμεις μέσα από την κοινωνία μπορούν να τις καταστρέψουν και όχι κάποια άτομα ξεκομμένα από την κοινωνία, όσο «φωτισμένα» και αν είναι. Επιπλέον οι κοινωνικές δομές δεν μπορούν να καταστραφούν παρά μόνο αν αντικατασταθούν με άλλες, νέες. Οι άνθρωποι δεν μπορούν για παράδειγμα να «συνηθίσουν» στην πείνα: Το παλιό σύστημα παραγωγής και διανομής τροφίμων μπορεί να καταστραφεί μόνο αν ένα άλλο διαφορετικό και ελεύθερο σύστημα εξασφάλισης της τροφής το αντικαταστήσει.


Αν και αυτή η ακραία τάση έχει κάποια επιρροή στο σύγχρονο αναρχισμό, δεν έχει καμία επιρροή στα κοινωνικά κινήματα, ακριβώς επειδή τελικά απομακρύνει τους οπαδούς της από τη μαζική δράση. Συνήθως οι αντικοινωνικοί αναρχικοί βρίσκονται σε μικρές κλίκες, απομακρυσμένοι από τους πολιτικούς αγώνες και συνηθίζουν να αναπτύσσουν κριτικές για οτιδήποτε βρεθεί μπροστά τους. Αναπτύσσουν μια φαινομενικά ριζοσπαστική ρητορεία ενάντια στην κοινωνία και η ρητορεία αυτή καλύπτει τις άδειες ως αντιδραστικές ιδέες τους και θεωρητικοποιεί την αδράνειά τους. Ενώ στην περίπτωση που η αντικοινωνική οργή παίρνει μορφή δράσης και όχι ατομικιστικού αναχωρητισμού, καταλήγει φυσιολογικά στον αδιέξοδο δρόμο της συνωμοτικής, μειοψηφικής βίας.


Καθώς ο μηδενισμός τοποθετεί τον εαυτό του έξω από και ενάντια στην κοινωνία, έξω από και ενάντια στην κοινωνική αντίσταση, καταλήγει να παίζει τον πιο αντιδραστικό και συντηρητικό ρόλο μέσα στον αναρχισμό. Σε επίπεδο ιδεολογίας, ειδικά οι αναρχοατομιστές, είναι πιο κοντά στους αυθεντικούς νεοφιλελεύθερους, παρά σε οποιοδήποτε ρεύμα αναρχικό ή αριστερό στρέφεται ενάντια στον καπιταλισμό.

3. Κινηματικός αντιεξουσιασμός
Ο Ισραηλινός αναρχικός Ούρι Γκόρντον περιγράφει το σύγχρονο αναρχισμό ως «σε μεγάλο βαθμό ασυνεχή με το ιστορικό αναρχικό κίνημα των εργατών και των αγροτών». Οι οργανικοί δεσμοί με τον κλασσικό αναρχισμό έχουν σπάσει, ισχυρίζεται και αντί γι’ αυτό:


«Οι κινητήριες ιδέες του σημερινού αναρχισμού μπορούν να βρεθούν στη διασταύρωση διάφορων τάσεων κοινωνικής κριτικής και αγώνων, των οποίων οι αφετηρίες δεν ήταν ποτέ συνειδητά «αναρχικές» –ιδιαίτερα στο πάντρεμα σχηματισμών της ριζοσπαστικής οικολογίας, των ρευμάτων μαχητικού φεμινισμού, των κινημάτων απελευθέρωσης των μαύρων και των LGBT, και στον αντινεοφιλελεύθερο διεθνισμό που εξαπέλυσαν τα κινήματα του παγκόσμιου Νότου, με πιο σημαντικό των Ζαπατίστας στο Μεξικό».
Ένα τέτοιο ιδιότυπο μίγμα ουσιαστικά έχει διαμορφώσει τον «κινηματικό αντιεξουσιασμό». Αυτή η «νέα σχολή» έχει απομακρυνθεί αρκετά από το «μεγάλο Άλφα», τον παραδοσιακό αναρχισμό, απορρίπτει συνολικά τους «ισμούς» και έχει επηρεαστεί όχι μόνο από ένα πλήθος κοινωνικών κινημάτων, αλλά σε μεγάλο βαθμό και από τις ιδέες της Αυτονομίας.


Σε αντίθεση με τις «εξεγερτικές» και τις μηδενιστικές τάσεις του αναρχισμού, ο κινηματικός αντιεξουσιασμός συνηθίζει να είναι πιο ανοιχτός στην προοπτική για ένα πλατύ μέτωπο δυνάμεων και προσανατολίζεται περισσότερο στο χτίσιμο ισχυρότερων, μαζικότερων κοινωνικών κινημάτων. Αυτή η τάση έχει σημαντική απήχηση ιδιαίτερα σε νέους αγωνιστές. Κυρίως στη νεολαία έχει διαμορφωθεί ένα ιδιαίτερο πλαίσιο σε ένα βαθμό εξαιτίας του νεοφιλελευθερισμού: Μια αδύναμη πολιτική ή και δηλωμένα «αντι-πολιτική» κουλτούρα, έλλειψη εμπειριών από ένα ισχυρό εργατικό κίνημα, τάση απαξίωσης της –και κατακερματισμένης– Αριστεράς, καμία ιστορική «συνέχεια» με το παρελθόν και τα ιστορικά οράματα.


Όλα αυτά οδηγούν σε μια καχυποψία απέναντι στις ιδεολογίες και τις οργανώσεις και έχουν κάνει συνηθισμένο φαινόμενο νέοι αγωνιστές να αυτοαποκαλούνται «κάτι σαν αναρχικός», «γενικά αντιεξουσιαστής» ή «κοντά στον αναρχισμό». Αυτή η πιο χαλαρή, πολυσυλλεκτική αντίληψη για τον αναρχισμό είναι ίσως η πιο πλατιά στην Ελλάδα, αλλά ταυτόχρονα είναι μια αρκετά «φιλελεύθερη» μετεξέλιξή του, η πιο απομακρυσμένη από τον ιστορικό αναρχισμό και το όραμα της πάλης για την αταξική κοινωνία. Η πιο οργανωμένη έκφραση σε συλλογικό επίπεδο αυτού του ρεύματος στην Ελλάδα είναι η Αντιεξουσιαστική Κίνηση.


Ο κινηματικός αντιεξουσιασμός δεν ξεφεύγει από την αναγωγή των μέσων σε σκοπό. Η επίκληση στην «αμεσοδημοκρατία», την «αυτοδιαχείριση», τις «αυτόνομες ζώνες» στο σήμερα, χαρακτηρίζουν αυτό το ρεύμα περισσότερο από ό,τι το όραμα της ανατροπής του καπιταλισμού. Όπως είπαμε νωρίτερα, αν ο ιστορικός αναρχισμός καλούσε στην κατάργηση του καπιταλιστικού κράτους, ο σύγχρονος αναρχισμός επιχειρεί να λύσει το πρόβλημα της κρατικής εξουσίας παρακάμπτοντάς το. Περισσότερο από κάθε άλλη τάση, ο κινηματικός αντιεξουσιασμός διακατέχεται από αυτή τη λογική, καθώς είναι το ρεύμα που υποστηρίζει θεωρητικά αυτή την προοπτική.


«Η προσωρινή Αυτόνομη Ζώνη» του Hakim Bey έχει γίνει ένα από τα πιο δημοφιλή κείμενα ανάμεσα στους οπαδούς τέτοιων «μεταμοντέρνων» ιδεών διεθνώς. Σε αυτή τη σειρά άρθρων, ο Bey περιγράφει μια αναρχία που έχει εγκαταλείψει την ανάγκη της κοινωνικής επανάστασης. Το όραμά του για την απελευθέρωση του ανθρώπου είναι μια σειρά εξεγέρσεων, η καθεμιά για τους δικούς της σκοπούς. Τα θεμέλια της ανθρώπινης απελευθέρωσης βρίσκονται μέσα στον «προσωρινό χώρο» που δημιουργεί κάθε δράση της εξέγερσης:


«Θα πείτε πως αυτή είναι συμβουλή της απελπισίας. Τι απέγινε το αναρχικό όνειρο, η εξαφάνιση του κράτους, η Κομμούνα, η αυτόνομη ζώνη που θα διαρκέσει, η ελεύθερη κοινωνία, η ελεύθερη κουλτούρα;... Ο ρεαλισμός απαιτεί όχι μόνο να πάψουμε να περιμένουμε «την Επανάσταση», αλλά και να σταματήσουμε να τη θέλουμε. “Εξέγερση” ναι –όσο πιο συχνά γίνεται ακόμα και ρισκάροντας βία... Αλλά στις πιο πολλές περιπτώσεις η καλύτερη και πιο ριζοσπαστική τακτική είναι να αρνηθούμε να εμπλακούμε σε θεαματική βία, να αποσυρόμαστε από την περιοχή, να εξαφανιζόμαστε».


Στηριγμένος σε μια τέτοια αντίληψη, ο «κινηματικός αντιεξουσιασμός» βλέπει στα στέκια, στις καταλήψεις, στα πάρκα, αλλά και στο «χώρο» (μεταφορικά) που δημιουργεί μια πράξη αντίστασης, αυτές τις «προσωρινές αυτόνομες ζώνες», στις οποίες οικοδομείται μια «εναλλακτική» πραγματικότητα.


Η τακτική αυτή αντιμετωπίζει μια σειρά προβλήματα. Η «αυτόνομη ζώνη» μπορεί να είναι ελκυστική για όποιον έχει το χρόνο και τη δυνατότητα να οργανώσει έτσι τη ζωή του. Όμως δεν έχει να προσφέρει τίποτα στην πλειοψηφία των ανθρώπων, που είναι πολύ απασχολημένοι να τα βγάζουν πέρα με την «πραγματική» πραγματικότητα για να μπορέσουν να αφιερώσουν χρόνο και ενέργεια στην παράλληλη οικοδόμηση μιας «εναλλακτικής» πραγματικότητας.


Ταυτόχρονα, δεν αποτελεί πραγματική απειλή για το κράτος και τον καπιταλισμό. Παρακάμπτοντας το ζήτημα της εξουσίας, την αφήνει στα χέρια των καπιταλιστών. Και η κρατική εξουσία δεν είναι κάτι αφηρημένο, είναι μεταξύ άλλων η εξουσία που μπορεί να διαλύσει την «αυτόνομη ζώνη». Από αυτή την άποψη, η «εναλλακτική» πραγματικότητα μπορεί να υπάρχει μόνο με την ανοχή των καπιταλιστών.


Ακόμα και αν μια «αυτόνομη ζώνη» γίνει πραγματικά επικίνδυνη (παρεμποδίζοντας κάποια λειτουργία του κράτους, λειτουργώντας ως πετυχημένο «παράδειγμα»), είναι καταδικασμένη να «αποφεύγει τη βία του κράτους», όπως προτείνει ο Bey, για να επιβιώσει. Η πιο σοβαρή προσπάθεια, που στηρίχθηκε από μια σημαντική κοινωνική βάση, απαντούσε σε υπαρκτές ανάγκες και έδειξε κάποια στιγμή να παίρνει απειλητικά χαρακτηριστικά είναι ο «ζαπατισμός». Σήμερα, οι ζαπατιστικές κοινότητες ζουν με αξιοπρέπεια και αλληλεγγύη, αλλά ζουν στην ακραία φτώχεια. Και κυρίως ζουν περικυκλωμένες από το μεξικανικό στρατό και τους παρακρατικούς.


Ας υποθέσουμε ότι κάποια στιγμή τέτοια «οριζόντια δίκτυα» εξαπλώνονται παντού (σε σχολές, εργοστάσια, πλατείες) και γίνονται αποτελεσματικά. Τότε εκ των πραγμάτων θα απειληθεί η κρατική εξουσία (η ικανότητα να ελέγχει το εμπόριο, να διατηρεί «ειδικά σώματα ενόπλων ανδρών», να δημιουργεί και να επιβάλει νόμους κ.λπ.). Κατά συνέπεια, ένα τέτοιο κίνημα θα προκαλέσει άμεσα την αντίδραση του κράτους και μία από τις δύο δυνάμεις θα πρέπει να βγει νικήτρια από την αναμέτρηση που θα προκύψει. Οι δυο τους δεν μπορούν να συνυπάρξουν σε αρμονική ισορροπία επάπειρον. Αυτή η τακτική, σε ένα τέτοιο σενάριο ραγδαίας εξάπλωσής της, καταλήγει στο φαινόμενο «δυαδικής εξουσίας», που πρέπει να απαντηθεί συγκεκριμένα και αμείλικτα, είτε το θέλουν οι αντιεξουσιαστές είτε όχι.


Συνοψίζοντας, σήμερα αυτή η τακτική προσφέρει ένα καταφύγιο μέσα στον καπιταλισμό και όχι μια προοπτική για την ανατροπή του.

4. Life style αναρχισμός
Αυτό το είδος αναρχισμού, στην πιο ακραία του μορφή, καταλήγει να αποφεύγει κάθε κοινωνικό αγώνα. Για παράδειγμα η πάλη των ανέργων για το «δικαίωμα στη δουλειά» θεωρείται από τους life style αναρχικούς απαράδεκτη, καθώς διεκδικεί το «δικαίωμα στην εκμετάλλευση». Η εναλλακτική τους λύση είναι μια «οικειοθελής αποχώρηση» από το σύστημα. Οι καταλήψεις εγκαταλειμμένων κτιρίων για να μην πληρώνουν νοίκι και το «κλεμμένο» ρεύμα, η απόρριψη της δουλειάς, του «καταναλωτισμού» και των «μαγαζιών της αλλοτρίωσης», η φυτοφαγία κ.λπ. είναι η «πρόταση» αυτών των αναρχικών. Αυτή η life style προσέγγιση εστιάζει περισσότερο στο πώς ζει ο καθένας τη δική του ζωή, παρά στο πώς θα διεκδικήσουμε όλοι μαζί έναν καλύτερο κόσμο.

Δεν έχουμε καμία διάθεση, ούτε δικαίωμα, να κρίνουμε τον τρόπο ζωής που επιλέγει ο καθένας. Αλλά πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως αυτή η «προσωπική εξέγερση» δεν είναι κάτι παραπάνω από άλλο ένα life style, απλά διαφορετικής μορφής από αυτά που συνηθίζουν να κατακρίνουν σκληρά οι αναρχικοί αυτού του είδους.

Στην ουσία, η πρόταση αυτού του ρεύματος στην κοινωνία είναι να εγκαταλείψουμε όλοι τις δουλειές μας, είναι η αντικατάσταση του παλιού αναρχοσυνδικαλιστικού ονείρου της «μεγάλης γενικής απεργίας» από το όνειρο μιας «διαρκούς γενικής αεργίας». Όταν το αναρχικό life style παίρνει τη διάσταση κυρίαρχης μορφής «δράσης», καταλήγει να αναπαράγει τις ίδιες αυταπάτες με τα αντίπαλά του «mainstream» ρεύματα, τις αυταπάτες για μια «καλή ζωή» μέσα στον καπιταλισμό.

Στη μαζική τους έκφραση (σε αντίθεση με το ατομιστικό life style), αυτές οι απόψεις ξεκινάνε από τη λανθασμένη σύλληψη ότι τα μέσα, για να φτάσουμε στην κοινωνία που θέλουμε, πρέπει να αντικατοπτρίζουν το σκοπό. Γι’ αυτό και η έμφαση από τους αναρχικούς αγωνιστές αυτής της τάσης δίνεται στις κολεκτίβες, τις αυτοδιαχειριζόμενες καταλήψεις, την αρχή της συναίνεσης στη λήψη αποφάσεων.

Η αρχή της συναίνεσης αποτελεί βασικό πυλώνα αυτής της αντίληψης για τον τρόπο οργάνωσης σήμερα. Στηρίζεται στην άποψη κάποιων αναρχικών που, ξεκινώντας από την υπερβολική έμφαση στην ατομική ελευθερία, καταλήγουν πως η δημοκρατία αποτελεί την τυραννία της πλειοψηφίας πάνω στη μειοψηφία. Όμως αυτό σημαίνει πως στη θέση της «τυραννίας της πλειοψηφίας», επικρατεί η δυνατότητα μιας μειοψηφίας να μπλοκάρει κάθε απόφαση και δράση απλά διαφωνώντας. Στην πράξη, τέτοιες διαδικασίες καταλήγουν είτε σε συμβιβασμούς που δεν ικανοποιούν κανένα, είτε σε μια διαδικασία τόσο χρονοβόρα και ψυχοφθόρα, ώστε πολλές αποφάσεις παίρνονται από τους λίγους που έχουν το χρόνο και την αντοχή να μείνουν ως το τέλος.

Στην κλασσική του πολεμική ενάντια στον «life style αναρχισμό», ο οικο-αναρχικός Μάρεϊ Μπούκτσιν καταθέτει μια τέτοια εμπειρία για το μοντέλο της «συναίνεσης»:
«Η λειτουργία στη βάση της συναίνεσης εγγυάται ότι σημαντικές λήψεις αποφάσεων είτε θα χειραγωγούνται από μια μειοψηφία ή θα καταρρέουν τελείως. Και οι αποφάσεις που θα παίρνονται, θα ενσωματώνουν τον χαμηλότερο κοινό παρανομαστή των απόψεων και θα αποτελούν το λιγότερο δημιουργικό επίπεδο συμφωνίας. Μιλάω, εδώ, κουβαλώντας μια οδυνηρή πολύχρονη εμπειρία χρήσης της συναίνεσης στην Clamshell Alliance τη δεκαετία του ’70. Τη στιγμή που αυτό το μισο-αναρχικό αντιπυρηνικό κίνημα ήταν στο αποκορύφωμα του αγώνα του, με χιλιάδες μέλη, καταστράφηκε μέσα από τη χειραγώγηση της διαδικασίας συναίνεσης από μια μειοψηφία. Η “τυραννία της έλλειψης δομών”, που δημιουργεί η αρχή της συναίνεσης, επέτρεψε σε λίγους καλά οργανωμένους να ελέγξουν τους πολλούς χύμα, ανοργάνωτους, μέσα στο κίνημα»[3].
5. Αναρχοσυνδικαλισμός
Σε μεγάλο βαθμό και για αρκετά χρόνια η ταξική πάλη αντιμετωπιζόταν από τους αναρχικούς είτε με αδιαφορία είτε με ανοιχτή περιφρόνηση. Η αναρχική δράση είχε επικεντρωθεί στο δρόμο και είχε εγκαταλείψει το πεδίο όπου κ...ρίνονται πραγματικά οι μεγάλες μάχες: τους χώρους δουλειάς. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ανάκαμψη της αναρχικής δράσης μέσα σε εργατικούς χώρους, ένα είδος νέου αναρχοσυνδικαλισμού.

Πρόκειται για μια εξέλιξη που έχει πολλές διαφορετικές αφετηρίες. Η κρίση του καπιταλισμού καταρχήν έχει προκαλέσει μια επιστροφή στο ζήτημα των τάξεων σε μια μερίδα αναρχικών διεθνώς. Η εργατική μαχητικότητα που αναπτύσσεται στο φόντο της κρίσης, έσπρωξε επίσης κάποιους αναρχικούς να ξανα-ανακαλύψουν το βάρος των εργατικών αγώνων.

Σε όσους χώρους δουλειάς αναπτύσσονται τέτοιες πρωτοβουλίες, ουσιαστικά συναντήθηκαν δύο διαδικασίες. Η μία είναι μια διαδικασία που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια του αναρχισμού και είναι η αυθόρμητη γέννηση ενός «νέου συνδικαλισμού» από τα κάτω, κυρίως σε επισφαλείς, ασυνδικάλιστους κλάδους που αντιμετωπίζουν πολύ σκληρά προβλήματα και δεν καλύπτονται από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Η άλλη έχει να κάνει με το απλό γεγονός ότι δεν είναι όλοι οι αναρχικοί μποέμ που «αρνούνται τη μισθωτή σκλαβιά». Αρκετοί είναι εργαζόμενοι που αντιλαμβάνονται, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, τις δυσκολίες και τις πιέσεις στο χώρο δουλειάς τους και την ανάγκη να αντισταθούν μέσα σε αυτόν.

Πρόκειται αναμφίβολα για μια θετική και καλοδεχούμενη εξέλιξη. Είναι μια ρήξη με την αντίληψη που ήθελε «συνεπέστερο» αγωνιστή όποιον ρίχνει τα περισσότερα μπουκάλια, καθώς η μερίδα αυτή των αναρχικών αναγνωρίζει πως η πραγματικά σοβαρή δουλειά, και εκεί που κρινόμαστε τελικά όλοι, είναι το δύσκολο έργο της οργάνωσης της εργατικής αντίστασης.

Η μορφή αυτού του νέου αναρχοσυνδικαλισμού είναι θολή ακόμα και δεν μπορεί να συγκριθεί είτε με το ιστορικό ρεύμα, είτε με τα σημερινά διεθνή παραδείγματα αναρχικών συνομοσπονδιών με στοιχειώδη μαζικότητα στη Γαλλία και την Ισπανία. Πρόκειται για μια διάχυτη εργατική αγωνιστικότητα που εκφράζεται είτε με τη συμμετοχή αναρχικών σε νεοσύστατα σωματεία, είτε με το στήσιμο σωματείων και «παρατάξεων» σε χώρους δουλειάς, όπου συνυπάρχουν αναρχικοί. Αυτές οι προσπάθειες διαφέρουν ως προς την αντίληψη και τον τρόπο παρέμβασης από χώρο σε χώρο.

Όμως σε πολλές περιπτώσεις οι «ασθένειες» του σύγχρονου αναρχισμού βαραίνουν και σε αυτές τις προσπάθειες. Τα ελιτίστικα σχήματα, που καθορίζουν τα άλλα ρεύματα του αναρχισμού, δεν λείπουν και συχνά λειτουργούν ανασταλτικά στην προσπάθεια του αναρχοσυνδικαλισμού να αποκτήσει εργατική βάση. Προσπαθώντας πολλές φορές να χτίσουν «καθαρά» αναρχικά σωματεία, αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απλές ανάγκες των εργαζομένων. Από την προσπάθεια να «μεταφερθεί» η αναρχική αντίληψη της οργάνωσης μέσα σε ένα σωματείο, μέχρι την από θέση «αρχής» απόρριψη κάθε συνεργασίας με άλλες δυνάμεις ή κάθε τακτικής συμμαχίας με τα συνδικάτα που ελέγχουν οι γραφειοκράτες (που μεταφράζεται σε απομόνωση του σωματείου το οποίο πρέπει να περιμένει τη συμπαράσταση μόνο των «αλληλέγγυων» του «χώρου») και τη διατήρηση των διαιρέσεων τύπου «σύντροφοι-ρουφιάνοι», είναι τακτικά ζητήματα που αρκετές φορές οδηγούν σε εγχειρήματα τόσο «κλειστά», ώστε περισσότερο θυμίζουν αναρχική ομάδα παρά πραγματικό εργατικό σχήμα ή σωματείο.

Ακόμα και οι αγωνιστές που –έχοντας κάποιες αναφορές σε αυτό το χώρο– κάνουν τις σοβαρότερες προσπάθειες συνδικαλισμού, βρίσκονται τελικά αντιμέτωποι με τις αδυναμίες και τα όριά του. Αν και έχουν κάνει ένα βήμα μπρος, αναγνωρίζοντας την εργατική τάξη ως κέντρο του αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό, διατηρούν την ιστορική αδυναμία του αναρχισμού απέναντι στις κεντρικές πολιτικές μάχες.

Η επαναστατική Αριστερά έχει στην παράδοσή της την παρέμβαση στα σωματεία, τη συγκρότηση εργατικών παρατάξεων, την υποστήριξη των οικονομικών αγώνων της τάξης μας. Έχει όμως και την επίγνωση των ορίων του συνδικαλισμού, γνωρίζοντας πως μόνο ο πολιτικός αγώνας, η οργανωμένη δράση συνολικά ενάντια στην εξουσία των καπιταλιστών είναι ο μόνος τρόπος που μπορούμε να λύσουμε οριστικά τα προβλήματα του κόσμου μας. Ο αναρχοσυνδικαλισμός βασανίζεται από αυτό το ζήτημα. Απορρίπτοντας την «πολιτική» και ανάγοντας τα σωματεία στο μοναδικό αναγκαίο όπλο των εργαζομένων, κλυδωνίζεται από την αντίφαση ανάμεσα στο στρατηγικό στόχο της ανατροπής του καπιταλισμού και τη «ρεφορμιστική» φύση των συνδικάτων, όσο μαχητικά κι αν είναι αυτά. Όσο μαχητικό κι αν είναι ένα σωματείο, θα βρίσκεται σε διαρκή πάλη με τον εργοδότη, θα μετρά νίκες και ήττες, δίχως να μπορεί να ξεφορτωθεί μια και καλή τον εργοδότη. Το τέλος της εκμετάλλευσης θα έρθει μόνο από την ανατροπή της τάξης των καπιταλιστών συνολικά. Αυτή η μάχη θα γίνει απέναντι στις πολιτικές δυνάμεις των αστών, απέναντι στο αστικό κράτος που υπερασπίζεται τα συλλογικά συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Και η δικιά μας μεριά θα χρειαστεί τη δική της πολιτική δύναμη, την ίδια συγκεντρωτική δύναμη που θα αντιπαρατεθεί με τη συγκεντρωμένη δύναμη του κράτους.

Αρνούμενοι την ανάγκη πολιτικής οργάνωσης, οι αναρχικοί σε όλες τους τις εκδοχές, καταλήγουν σε αδιέξοδα. Η μιά πλευρά, εντοπίζοντας τα όρια του συνδικαλισμού, απορρίπτει συλλήβδην τους εργατικούς αγώνες. Η συνδικαλιστική πτέρυγα εντοπίζει τη σημασία των εργατικών αγώνων, αλλά δεν βλέπει τα όρια του συνδικαλισμού. Ο κρίσιμος «κρίκος» της πολιτικής οργάνωσης, που παρεμβαίνει στους οικονομικούς αγώνες της εργατικής τάξης και επιδιώκει να τους δώσει γενικότερη σημασία, λείπει από όλες τις αναρχικές τάσεις.

Όμως η πολιτική δεν μπορεί να απουσιάζει από το εργατικό κίνημα –και μόνο το γεγονός ότι οι εργατικές κατακτήσεις αποκρυσταλλώνονται σε νόμους, την κάνει απαραίτητη. Η απουσία επαναστατικής πολιτικής, και μάλιστα ηθελημένα από τον αναρχοσυνδικαλισμό, έχει σαν μόνη συνέπεια την εγκατάλειψη της πολιτικής στα χέρια των «ειδικών», τη διαιώνιση της κυριαρχίας μιας εργατικής ρεφορμιστικής πολιτικής, που εκπροσωπείται από τους επαγγελματίες πολιτικούς στη Βουλή (στις τάξεις των οποίων μεταπηδούν συχνά πρώην συνδικαλιστές).

Παρ’ όλα αυτά η στροφή μερίδας αναρχικών στις ταξικές πολιτικές είναι μια ευπρόσδεκτη εξέλιξη. Δίνει τη βάση για κοινούς αγώνες με αυτούς τους αγωνιστές σήμερα, και πάνω σε αυτή τη βάση την ευκαιρία να ανοίξει ένας ειλικρινής διάλογος για τα ζητήματα της πολιτικής, της σημασίας της οργάνωσης, για τον αποτελεσματικότερο τρόπο να προχωρήσουμε μέχρι το τέλος.
Ο αναρχισμός στην εποχή της κρίσης του καπιταλισμού
Παραπάνω επιχειρήσαμε να κάνουμε μια στοιχειώδη παράθεση ρευμάτων και ιδεών, που χαρακτηρίζουν το σύγχρονο αναρχικό κίνημα. Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι, σε κάθε του έκφανση και παραλλαγή..., ο αναρχισμός δεν μπορεί να απαλλαγεί από ιστορικές και θεωρητικές αδυναμίες, που διαπερνάνε όλα τα ρεύματα και βρίσκονται πίσω από τα προβλήματά τους.

Η οικονομική κρίση έχει αποκαλύψει σε μεγάλο βαθμό αυτές τις ανεπάρκειες του αναρχισμού. Με τον πιο σκληρό τρόπο ξεγύμνωσε τα «ελευθεριακά» ιδεολογήματα που μπορεί να έμοιαζαν σε κάποιους ριζοσπαστικά τα προηγούμενα χρόνια: Η ζωή, στο περιθώριο του συστήματος, από αναρχικό ιδανικό μετατρέπεται σε πραγματική απειλή για χιλιάδες και χιλιάδες ανθρώπους. Το ίδιο το σύστημα «απελευθερώνει από τη μισθωτή σκλαβιά» εκατομμύρια εργαζόμενους, σπρώχνοντάς τους στην ανεργία. Αμφιβάλουμε για το πόσο ριζοσπαστικό μπορεί να φαίνεται αυτό το σύνθημα στους ανέργους ή σε όσους ζουν με το άγχος της απόλυσης, ή για το τι προοπτική τους δίνει. Ο διαβόητος «καταναλωτισμός» πνέει τα λοίσθια, καθώς οι μισθοί δεν φτάνουν ούτε για τα βασικά, και περνάει από την αναρχική προπαγάνδα στην κυβερνητική, για να «εξηγήσει» τα ελλείμματα και να πείσει πως «όλοι μαζί τα φάγαμε». Το ίδιο η αντικοινωνική και μηδενιστική αντίληψη ότι όλοι είναι «συνένοχοι», γίνεται όπλο στα χέρια των αφεντικών για να κατηγορούν όποιον αντιστέκεται σαν «συντεχνία» και «προνομιούχο». Ο life style αναρχισμός, η «αντι-εργασιακή»-αντικοινωνική ηθική που αναπτύχθηκε τα προηγούμενα χρόνια, αφοπλίζονται στην εποχή της κρίσης.

Στις σημερινές συνθήκες, όπου ο καπιταλισμός δεν αφήνει όρθιο κανένα δικαίωμα, ο «νοικοκυραίος» που θέλει «μια καλή δουλίτσα με ένα καλό μισθό» μπορεί να γίνει πολύ πιο επικίνδυνος για το σύστημα από τον «εξεγερμένο» που «επιλέγει» να ζήσει «ελεύθερος» και να μείνει «έξω από το σύστημα».

Αλλά και οι πιο συγκροτημένες πτέρυγες του αναρχισμού, που δεν μπλέχτηκαν με αυτά τα ατομιστικά ιδεολογήματα, δείχνουν αμήχανες απέναντι στην κρίση. Έχοντας εγκαταλείψει κάθε στρατηγική και κάθε τακτική εκτός από τις «αναρχικές» τακτικές (είτε μιλάμε για οδομαχίες είτε για αυτοδιαχειριζόμενα πειράματα), αδυνατούν να απαντήσουν στο θηρίο της κρίσης και τα συγκεκριμένα ζητήματα που θέτει.

Διεθνώς στην Αριστερά είναι σε εξέλιξη ένας ζωντανός διάλογος για την απάντηση στην κρίση, τα αναγκαία αιτήματα σήμερα, το μεταβατικό πρόγραμμα, την ΕΕ, το ευρώ, το χρέος. Σε αυτή τη συζήτηση αντιμάχονται πολλές διαφορετικές απόψεις, μετριοπαθείς, ριζοσπαστικές, μεταρρυθμιστικές, επαναστατικές, διεθνιστικές, εθνοκεντρικές κ.λπ. Όμως την ίδια ώρα η αναρχία δείχνει να είναι έξω από αυτή τη συζήτηση. Οι αναρχικές απαντήσεις στην κρίση και τα ζητήματα στρατηγικής και τακτικής, που προκύπτουν, δεν έχουν ξεπεράσει αφίσες που στο δίλημμα «Αναδιάρθρωση του χρέους ή χρεοκοπία;» απαντάνε με το γενικόλογο «Αναδιάρθρωση της ζωής μας» και άλλες που καλούν γενικόλογα «Να ρίξουμε τον καπιταλισμό πριν πέσει στα κεφάλια μας».

Ούτε τα «μπάχαλα παντού» μπορούν να διαγράψουν το χρέος, ούτε τα αυτοδιαχειριζόμενα πάρκα να βάλουν χέρι στους διεθνείς τοκογλύφους και τους καπιταλιστές, ούτε το πιο μαχητικό σωματείο μπορεί να αποκρούει επ’ άπειρον το μνημόνιο. Από την άλλη όμως, μεταβατικά αιτήματα που αποκτούν σταδιακά λαϊκό έρεισμα, όπως το πάγωμα του χρέους και η κρατικοποίηση των τραπεζών, μάλλον είναι «εκτός αρχών» για τους αναρχικούς.

Η κρίση του καπιταλισμού είναι τόσο βαθιά, ώστε τα ζητήματα που βάζει είναι ζητήματα του ποια τάξη ελέγχει τον κοινωνικό πλούτο και έχει την εξουσία, ποια κοινωνική δύναμη υλοποιεί ποιο πρόγραμμα. Ο αναρχισμός παραδοσιακά έχει δείξει την ανικανότητά του να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της εξουσίας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η Ισπανία του ’36, όπου οι αναρχικοί είτε αυτοπεριορίστηκαν στις κολεκτίβες, ανεχόμενοι την κεντρική εξουσία, είτε συμμετείχαν κι αυτοί σε μια κυβέρνηση για να αντιμετωπίσουν το φασισμό, μόνο που προτίμησαν την αστική κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου αντί για τη δημιουργία μιας επαναστατικής κυβέρνησης στηριγμένης στα εργατικά συμβούλια. Ο σύγχρονος αναρχισμός έχει θεωρητικοποιήσει αυτή την ανικανότητα και την έχει αναγάγει σε αρετή, αρνούμενος συχνά να θέσει το στόχο της ανατροπής του καπιταλισμού και του κράτους. Και γι’ αυτό ο αναρχισμός, διαμορφωμένος έτσι που να μην μπορεί να απειλήσει την εξουσία της άρχουσας τάξης, αδυνατεί σήμερα να δώσει απαντήσεις.

Αυτό δεν σημαίνει αυτόματα και κάποια παρακμή του αναρχισμού. Αντίθετα, σε ένα πρώτο τουλάχιστον επίπεδο η κρίση γεννάει και αναπαράγει την κοινωνική του βάση. Η «χαμένη γενιά» (όπως ονομάζεται από τον ΟΟΣΑ), οι άνεργοι πτυχιούχοι, οι φοιτητές που αντιμετωπίζουν την ανεργία, οι μαθητές που είναι άγνωστο αν θα φτάσουν στο πανεπιστήμιο, είναι μια γενιά χωρίς μέλλον. Δεν έχει «κεκτημένα» να υπερασπιστεί, δεν έχει τίποτα να χάσει, δεν ελπίζει σε τίποτα. Αυτό το οργισμένο, «εύφλεκτο» υλικό στην κοινωνία, μπορεί εύκολα να γεμίσει μίσος και απογοήτευση και να ταυτιστεί με τις αναρχικές τακτικές. Έχουμε ήδη δει στη νεολαία αυτή την τάση, κυρίως με έναν πρωτόλειο «μιμητισμό»: Στα μαύρα ρούχα, στο κυκλωμένο «Άλφα» στις σχολικές τσάντες, στον πετροπόλεμο με την αστυνομία και τα «αντιεξουσιαστικά» συνθήματα, όταν κατεβαίνουν στο δρόμο.

Το ζήτημα είναι αυτές οι οργισμένες γενιές νέων να μην αποδειχτούν «σπρίντερ». Ο αναρχισμός, είτε από πρόθεση, είτε από αδυναμία, έχει φανεί ανίκανος να συγκρατήσει στις γραμμές του σταθερά αυτούς τους ριζοσπαστικοποιημένους νέους και να τους δώσει προοπτική. Μπορεί κάθε χρόνο τα μαυροκόκκινα μπλοκ να γεμίζουν στις μεγάλες διαδηλώσεις, αλλά συνήθως πρόκειται για τελείως διαφορετικούς διαδηλωτές από αυτούς της προηγούμενης χρονιάς. Ο αναρχισμός είναι ελκυστικός στο δρόμο, είναι μια εξηγήσιμη επιλογή απέναντι στα αδιέξοδα της κρίσης, αλλά δεν μπορεί να προχωρήσει τον κοινωνικό αγώνα στην κλιμάκωση της ταξικής αντιπαράθεσης, δεν μπορεί να δώσει διέξοδο στα αδιέξοδα που γεννά η κρίση. Αντίθετα, αναπαράγει –έστω και άθελά του– αυτά τα αδιέξοδα.

Στο Λονδίνο του πρόσφατου φοιτητικού ξεσπάσματος, στο Παρίσι των μαθητικών καταλήψεων, στην Αθήνα, γίνεται η ίδια συζήτηση: Πώς η οργή αυτών των νέων θα συναντηθεί με το εργατικό κίνημα, θα γίνει οργανωμένη δύναμη για την αλλαγή του κόσμου και δεν θα μείνει στα τυφλά ξεσπάσματα. Εδώ οι ευθύνες της Αριστεράς είναι μεγάλες.

Ο Λένιν σωστά χαρακτήριζε τον αναρχισμό ως «ένα είδος τιμωρίας για τα οπορτουνιστικά αμαρτήματα του εργατικού κινήματος». Ένας παράγοντας που αναπαράγει τον αναρχισμό με σχετικά μαζικούς όρους, είναι η υγιής απέχθεια των ριζοσπαστικοποιημένων αγωνιστών απέναντι στον κοινοβουλευτικό καθωσπρεπισμό των μεγάλων κομμάτων της παραδοσιακής Αριστεράς, απέναντι στο χυδαίο συμβιβαστικό γραφειοκρατισμό των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Σε μια εποχή «των άκρων», απέναντι στις «ρεαλιστικές» λύσεις διάσωσης του συστήματος, που προβάλλουν από αυτούς τους χώρους, και τη συχνή αδράνειά τους στο μαζικό κίνημα, η αναρχική ρητορική και πρακτική της «εξέγερσης» θα δείχνει ριζοσπαστική και επαναστατική, όσο το κενό δεν καλύπτεται από μια πραγματικά επαναστατική Αριστερά.

Η μαχητική παρουσία και δράση της Αριστεράς στους αγώνες, η συστηματική δουλειά για την οργάνωση των αντιστάσεων που θα ανοίγουν δρόμους, μια πολιτική που δεν «μασάει τα λόγια της», οι ιδέες του επαναστατικού μαρξισμού και η επιμονή στο όραμα της ανατροπής του καπιταλισμού, της απελευθέρωσης της κοινωνίας από κάθε εκμετάλλευση και καταπίεση, μπορούν να προσφέρουν στις γενιές της κρίσης έμπνευση και τρόπο να παλέψουν, μπορούν να προσφέρουν ένα όραμα για το οποίο να αξίζει να γίνει κανείς «μαραθωνοδρόμος».

Απο Κυριακατικο σχολειο μεταναστων

Πηγη: http://www.dea.org.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3414&ac=0&Itemid=46

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Vintage

Loading...
Η ακεραιότητα δεν έχει ανάγκη από κανόνες.

Albert Camus
Θα σου πω ένα μυστικό φίλε μου. Μην περιμένεις την Ημέρα της Κρίσης. Έρχεται κάθε μέρα.

Albert Camus
Πολιτικός είναι κάποιος που διαιρεί τους ανθρώπους σε δυο τάξεις: σε υποχείρια και σε εχθρούς.
Νίτσε
"Out of damp and gloomy days, out of solitude, out of loveless words directed at us, conclusions grow up in us like fungusQ one morning they are there , we know not how, and they gaze upon us, morose and gray. Woe to the thinker who is not the gardener but only the soil of the plants that grow in him."

Νίτσε

Το τραγουδι της Μαριας Νεφελης (Ο. Ελυτης)

"Κρίμας το κορίτσι" λένε
το κεφάλι τους κουνάν
Τάχατες για μένα κλαίνε
δε μ'απαρατάν!

Μες στα σύννεφα βολτάρω
σαν την όμορφη αστραπή
κι ό,τι δώσω κι ό,τι πάρω
γίνεται βροχή.

Βρε παιδιά προσέξετέ με
κόβω κι απ'τις δυο μεριές
το πρωί που δε μιλιέμαι
βρίζω Παναγιές

και το βράδυ όπου κυλιέμαι
στα γρασίδια καθενού
λες και κονταροχτυπιέμαι
ντρούγκου-ντρούγκου-ντρου

Τη χαρά δε τη γνωρίζω
και τη λύπη την πατώ
σαν τον άγγελο γυρίζω
πάνω από τον γκρεμό

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

Fly me to the moon

Αγαπημένα Στέκια

Follow by Email

Μπήκαν στο ράφι

'Εχουμε επισκέψεις!

Forum για Bloggers

image

Ελα και στην twitter παρεα μας

" Η πιο αξιόλογη επαναστατική φιλοδοξία είναι να δω τον άνθρωπο απελευθερωμένο από την αλλοτρίωσή του"
Τσε Γκεβάρα