Τα πνευματικα δικαιωματα των ποιηματων και των κειμενων ειναι κατοχυρωμενα.

"Είμαι αναρχικός, και ο αναρχικός είναι ένας άνθρωπος με συνοχή (πνευματική ειρήνη, η ηρεμία, η εξοχή, να δουλεύεις το λιγότερο δυνατό, όσο είναι απαραίτητο για να μπορείς να ζεις, να απολαμβάνεις την ομορφιά, τον ήλιο. Να απολαμβάνεις τη ζωή με κεφαλαία, τώρα υπάρχει η ζωή με πεζά). Είναι το να έχεις μια προσωπική θεώρηση. Να εφαρμόζεις τις ιδέες σου στην καθημερινότητα στο μεγαλύτερο βαθμό, χωρίς να περιμένεις μέχρι να γίνει η επανάσταση. Αυτό μπορεί να το κάνει ο αναρχικός τώρα. Είναι μια φιλοσοφική θεώρηση, είναι μια κατάσταση πνεύματος, μια στάση ζωής. Πιστεύω πως αυτή η κοινωνία είναι πολύ άσχημα οργανωμένη, τόσο κοινωνικά όσο και πολιτικά και οικονομικά. Πρέπει να την αλλάξουμε εντελώς. Η αναρχία επικαλείται μια ζωή εντελώς διαφορετική. Με την αναρχία, προσπαθούμε να ζούμε αυτή την ουτοπία λίγο λίγο κάθε μέρα."

Abel Paz

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

THE FORBIDDEN 6




Εκεινη η νυχτα εμοιαζε απο την αρχη καπως διαφορετικη. Ειχε, τολμω να πω, κατι το αλλοκοσμο, μια ατμοσφαιρα παραξενη. ανοικεια, σχεδον ονειρικη με τη σουρεαλιστικη εννοια. Καθετι γυρω μου φανταζε μυστηριακο θαρρεις και μολις ειχε αναδυθει μετα απο μια βουτια στο λυκοφως, στο black light του ολογιομου φεγγαριου που κρεμοταν πανω απο τα κεφαλια μας γοητευτικα απειλητικο. Καθισμενη πανω στην ψαθα με τα γονατα μου αγκαλια κρυφοκοιτουσα τη φιγουρα σου που πηγαινοερχοταν λιγα μετρα πιο περα μαζι με καποιους αλλους που μου ηταν καταβαθος αντιπαθεις. Η Α. μισοξαπλωμενη διπλα μου, μου μιλουσε με στομφο χαζογελωντας για καποια περιπετειουλα που ειχε λιγες μερες πριν, μα εγω αλλο απο μερικες σκορπιες λεξεις δεν ειχα ακουσει και πολλα πραγματα. Κουνουσα συγκαταβατικα το κεφαλι μου μηχανικα για αρκετη ωρα μεχρι που σε ειδα να πλησιαζεις. Ηρθες και καθισες τελικα διπλα μας αφου τακτοποιησες τα ρουχα σου καλυτερα πανω στη δευτερη ψαθα που ειχαμε φερει. Μου χαμογελασες και αναψες τσιγαρο. Σου ανταπεδωσα το χαμογελο και σου ζητησα τσιγαρο και για μενα. Παραξενευτηκες λιγο αλλα μου εδωσες εκεινο που μολις ειχες αναψει για τον εαυτο σου. Πειστηκες οταν σου ειπα οτι σκεφτομουν τα ιδια πραγματα που με βασανιζαν την πρωτη φορα που ειχα καπνισει πριν δυο-τρεις μηνες. Το περιεχομενο των σκεψεων μου η μαλλον τη χροια τους την ηξερες. Αυτο που δεν ηξερες ηταν πως αφορουσαν εσενα. Αλλους θεωρουσες υπαιτιους. Παρατηρησα, ειχα ηδη υποψιαστει απο την αρχη της βραδιας και δεν επεσα εξω, οτι δεν ειχες και πολυ καλη διαθεση. Στην αρχη προτιμησα να μην το σχολιασω. Απο καποια μισολογα ειχα καταλαβει οτι εφταιγαν τα γνωστα συννεφακια που τριγυρνουσαν εδω και λιγο καιρο πανω απο τη σχεση σου. Μαζι μ' εσενα βασανιζομουν κι εγω γιατι μου εκμυστηρευοσουν τα παντα πραγμα που ηθελα, η μαλλον απαιτουσα, ομως παραλληλα αυτο με εκανε ανω κατω. Υπεφερα οταν σ' εβλεπα να υποφερεις. Παρολο που ζηλευα οταν μου μιλουσες για τα προσωπικα σου δεν ηθελα μα βασανιζεσαι, δεν το αντεχα. Κι ετσι κατεληγα να αισθανομαι εκτος ολων των αλλων σα διχασμενη προσωπικοτητα που δεν ξερει τι να πρωτοαισθανθει. Ετσι κι εκεινη τη νυχτα. Ησουν μεσα στην ανησυχια απο την αρχη και το ξερα πως στο τελος θα μου μιλουσες γι' αυτο δε σε πιεζα. Ειχα ομως κι ενα καταραμενο προαισθημα, μια αναστατωση που μου δημιουργουσε τεραστιο εκνευρισμο. Με το παραμικρο νευριαζα, ωσπου τελικα ξεσπασα στα μελη της υπολοιπης παρεας με αφορμη ενα ασημαντο γεγονος που ομως μ' εκανε να νιωσω ζηλια σα να ηταν ισαξιο με τη χειροτερη προδοσια εκ μερους τους. Κι ολα αυτα γιατι ο λογος του πραγματικου μου εκνευρισμου δεν μπορουσε να εξωτερικευτει και μου κατετρωγε τα σωθικα σαν αυτοανοσο νοσημα προχωρωντας ολο και πιο βαθια στο κορμι μου μερα με τη  μερα. Ευτυχως κανεις δεν παρεξηγηθηκε μιας και φαινοταν πως κατι αλλο ηταν που με ενοχλουσε. Σε ακουσα ν' αναστεναζεις διπλα μου και γυρισα να σε κοιταξω. "Μην εισαι ετσι.", μου ψιθυρισες. "Στεναχωριεμαι περισσοτερο και το ξερεις ηδη οτι δεν ειμαι καθολου καλα." Αιφνιδιαστηκα. "Καλα, μη με παιρνεις και τοσο στα σοβαρα, δεν εχω τιποτε. Ξερεις, ειναι οι δυσκολες μερες του μηνα και νευριαζω με το παραμικρο.", προσπαθησα να αστειευτω. Χαμογελασες μ' εκεινο το πλατυ κι αφοπλιστικο χαμογελο που εκανε τους παντες να σε θαυμαζουν οταν σε "συστηνα" οπως συνηθιζα καμαρωνοντας σε γνωστους μου μεσα απο φωτογραφιες. Δεν προλαβα να σου πω τιποτε αλλο γιατι μας διεκοψε μια απο τις φιγουρες που εβλεπα να σε περιτριγυριζουν νωριτερα μεσα στο ημιφως. Μια απο τις φιγουρες που ανηκε σε ενα απο τα ατομα που καταβαθος αντιπαθουσα. Την ιδια στιγμη ηρθαν κι εκατσαν διπλα μου και οι υπολοιποι της παρεας μας μετα απο μια αναζωογονητικη βουτια οπως ειπαν. Παρολο που φαινοταν πως δεν ειχα ορεξη για συζητησεις εσπευσαν να μου πιασουν κουβεντα προκειμενου να μου φτιαξουν τη διαθεση. Δεν ακουγα τιποτε αλλο εκτος απο ενα αδιακοπο χαρουμενο βουητο γυρω μου και δεν εδινα σημασια.       Μεθυσμενες μορφες χορευαν στην αμμο λιγα μετρα πιο περα και καποιοι ακομη πιο μεθυσμενοι ειχαν ξαπλωσει διπλα στο κυμα και φιλιοντουσαν. Τους ζηλευα ακομη κι αυτους αν και ηταν τοσο λιωμα που αν συνεχιζαν ετσι σε λιγο το θεαμα θα γινοταν ακαταλληλο. Παρολαυτα εξεφραζαν αυτα που ενιωθαν κατι που εγω εκεινη τη στιγμη αδυνατουσα να κανω. Ξαφνικα συνειδητοποιησα οτι οι αλλοι διπλα μου ειχαν σωπασει. Αυτη η αποτομη σιωπη με επανεφερε στην πραγματικοτητα. Οταν μαλιστα ακουσα καποιον να προφερει τ' ονομα σου κατι μεσα μου ξεσηκωθηκε. Γυρισα ενστικτωδως να δω τι ηταν αυτο που εκανες και τραβηξε την προσοχη ολης της παρεας. Ξαφνικα μια σχεδον ανεξελεγκτη οργη ανεβηκε μαζι με το αιμα στο κεφαλι μου κι ενιωσα σα να εκρήγνυνται μεσα μου δεκαδες ηφαιστεια. Τα ματια μου γεμισαν με κατι φωτεινες κουκκιδες που τριγυριζαν στο οπτικο μου πεδιο σα φρενιασμενες μελισσες μα ουτε καν αυτες δεν ηταν ικανες να κρυψουν αυτο που εξελισσοταν μπροστα μου και μπροστα στα εμβροντητα βλεμματα των υπολοιπων. Εσυ και η αντιπαθητικη εκεινη φιγουρα που ωρα τωρα σε πλευριζε, αγκαλιασμενοι μεσα στο νερο...Και ξαφνικα ηρθε το τελειωτικο χτυπημα οταν πια σας ειδα να φιλιεστε κατω απο την πανσεληνο που μονο ρομαντισμο δεν προσθετε εκεινη τη στιγμη στην κατασταση. "Μα τι κανει;;;" ακουσα απο καπου στο υπερπεραν την κεραυνοβολημενη φωνη της Σ. Δε σκεφτομουν απολυτως τιποτε γιατι δεν ηξερα τι να πρωτοσκεφτω. Μονο ενιωθα κι ας μην ηξερα ουτε τι να πρωτονιωσω. Αυτο ηταν το επικινδυνο. Αυτο που αισθανομουν με εκανε να μοιαζω ιδια με λαβωμενο θηριο σε κλουβι. Σηκωθηκα αποτομα κι αρχισα να κοβω βολτες στην αμμουδια σα δαιμονισμενη. Οταν πια ειχα φτασει κοντα σε κατι βραχακια και ημουν ετοιμη να σκαρφαλωσω και σ' αυτα, ηρθε η Ε., με τραβηξε σχεδον με το ζορι και  με επεστρεψε σαν ξεστρατισμενο ζωο στο υπολοιπο κοπαδι εχοντας ενα αινιγματικο χαμογελο στο οποιο δεν ημουν σε θεση να δωσω καμια ερμηνεια. "Εχουμε σεληνιαστει ολοι αποψε μου φαινεται!" δηλωσε η Α. κοιταζοντας ποτε εμενα ποτε προς το μερος σου. Ειχαν τωρα πια δυο παραξενες συμπεριφορες να τους ανησυχουν. "Τι επαθες εσυ παιδι μου;" με ρωτησε η Σ. με γουρλωμενα ματια. "Τιποτε. Πρεπει να φυγουμε.", ειπα κοφτα. Για καλη μου τυχη συμφωνησαν και οι υπολοιποι χωρις αλλες ερωτησεις οποτε αρχισαμε να βολευουμε τα πραγματα μας βιαστικα αλλα με κινησεις ρομποτικες. Εκεινη τη στιγμη μας πλησιασες κι εσυ σε αθλια κατασταση οπως καταφερα να διακρινω μεσα στο λιγοστο και παραξενο σεληνιακο φως. Δε χρειαστηκε να πω η να κανω κατι. Ηρθες διπλα μου καθως ανηφοριζαμε το αποτομο μονοπατι, μ' επιασες απο το μπρατσο και μου ειπες οτι ενιωθες "πολυ χαλια". "Ειμαι χωμα, δεν μπορεις να φανταστεις.", μουρμουρισες και το προσωπο σου προδιδε  οτι ελεγες αληθεια. "Δεν ξερω γιατι εκανα ο,τι εκανα.Δεν ξερω γιατι φερθηκα σα μαλακας! Αλλα με τρωει  κατι μεσα μου εδω και καιρο μ' αυτη τη σχεση. Κατι μου λεει οτι εχει γινει κατι και μου το κρυβει." Σε ακουγα σχεδον παραλημενη, ανημπορη ν' αντιδρασω. Ησουν χαλια μα εγω ημουν ρακος. Κι εγω καλουμουν να παρηγορησω εσενα. Πραγμα που εκανα. Με μεγαλη επιτυχια μπροστα σου. Ασχετως που λιγα λεπτα αργοτερα μεσα στο αυτοκινητο δακρυσμενη τραγουδουσα  σαν καμια αλκοολικη πρωταγωνιστρια σαπουνοπερας ολα τα καψουροτραγουδα που ταιριαζαν στην περισταση κανοντας τους αλλους διπλα μου ν' αναρωτιουνται για ακομη μια φορα τι ειχε συμβει εκεινη την παραξενη νυχτα. "Μηπως κανεις ετσι για...", ακουσα την Α. διπλα μου να λεει χαμογελωντας και τελειωνοντας τη φραση της με το ονομα σου. "Πως σου ηρθε παλι αυτο;", ψελλισα μεσα σ' εναν λυγμο που ανεπιτυχως προσπαθησα να πνιξω. Ευτυχως η Σ. διπλα μου εκοψε τη συζητηση δηλωνοντας την απιθανοτητα της υποθεσης της Α. κι ερμηνευοντας τη φραση της σαν περιεργο αστειο. Κοιταξα εξω απο το παραθυρο. Το φεγγαρι ακολουθουσε κατα ποδας το αυτοκινητο μας κι εμοιαζε να γελαει με τα κοτορθωματα του. Θα με συνοδευε σπιτι για να μην παψω να σε σκεφτομαι. Η νυχτα προμηνυοταν ατελειωτη...

Vintage

Loading...
Η ακεραιότητα δεν έχει ανάγκη από κανόνες.

Albert Camus
Θα σου πω ένα μυστικό φίλε μου. Μην περιμένεις την Ημέρα της Κρίσης. Έρχεται κάθε μέρα.

Albert Camus
Πολιτικός είναι κάποιος που διαιρεί τους ανθρώπους σε δυο τάξεις: σε υποχείρια και σε εχθρούς.
Νίτσε
"Out of damp and gloomy days, out of solitude, out of loveless words directed at us, conclusions grow up in us like fungusQ one morning they are there , we know not how, and they gaze upon us, morose and gray. Woe to the thinker who is not the gardener but only the soil of the plants that grow in him."

Νίτσε

Το τραγουδι της Μαριας Νεφελης (Ο. Ελυτης)

"Κρίμας το κορίτσι" λένε
το κεφάλι τους κουνάν
Τάχατες για μένα κλαίνε
δε μ'απαρατάν!

Μες στα σύννεφα βολτάρω
σαν την όμορφη αστραπή
κι ό,τι δώσω κι ό,τι πάρω
γίνεται βροχή.

Βρε παιδιά προσέξετέ με
κόβω κι απ'τις δυο μεριές
το πρωί που δε μιλιέμαι
βρίζω Παναγιές

και το βράδυ όπου κυλιέμαι
στα γρασίδια καθενού
λες και κονταροχτυπιέμαι
ντρούγκου-ντρούγκου-ντρου

Τη χαρά δε τη γνωρίζω
και τη λύπη την πατώ
σαν τον άγγελο γυρίζω
πάνω από τον γκρεμό

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

Fly me to the moon

Αγαπημένα Στέκια

Follow by Email

Μπήκαν στο ράφι

'Εχουμε επισκέψεις!

Forum για Bloggers

image

Ελα και στην twitter παρεα μας

" Η πιο αξιόλογη επαναστατική φιλοδοξία είναι να δω τον άνθρωπο απελευθερωμένο από την αλλοτρίωσή του"
Τσε Γκεβάρα