Τα πνευματικα δικαιωματα των ποιηματων και των κειμενων ειναι κατοχυρωμενα.

"Είμαι αναρχικός, και ο αναρχικός είναι ένας άνθρωπος με συνοχή (πνευματική ειρήνη, η ηρεμία, η εξοχή, να δουλεύεις το λιγότερο δυνατό, όσο είναι απαραίτητο για να μπορείς να ζεις, να απολαμβάνεις την ομορφιά, τον ήλιο. Να απολαμβάνεις τη ζωή με κεφαλαία, τώρα υπάρχει η ζωή με πεζά). Είναι το να έχεις μια προσωπική θεώρηση. Να εφαρμόζεις τις ιδέες σου στην καθημερινότητα στο μεγαλύτερο βαθμό, χωρίς να περιμένεις μέχρι να γίνει η επανάσταση. Αυτό μπορεί να το κάνει ο αναρχικός τώρα. Είναι μια φιλοσοφική θεώρηση, είναι μια κατάσταση πνεύματος, μια στάση ζωής. Πιστεύω πως αυτή η κοινωνία είναι πολύ άσχημα οργανωμένη, τόσο κοινωνικά όσο και πολιτικά και οικονομικά. Πρέπει να την αλλάξουμε εντελώς. Η αναρχία επικαλείται μια ζωή εντελώς διαφορετική. Με την αναρχία, προσπαθούμε να ζούμε αυτή την ουτοπία λίγο λίγο κάθε μέρα."

Abel Paz

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Unfulfilled



Αλλο ενα βραδυ πισω απο τις μισανοιχτες κουρτινες επαιζε το παιχνιδι της κλειδαροτρυπας οπως εκανε εδω κι εναν μηνα περιπου. Το παιχνιδι ειχε ξεκινησει τυχαια οταν μια νυχτα βασανιζομενος απο αυπνια και ανεξηγητες ανησυχες σκεψεις ειχε ανοιξει για λιγο το παραθυρο ελπιζοντας πως ο δροσερος αερας θα τον βοηθουσε να χαλαρωσει. Η θεα απο το μικροσκοπικο του μπαλκονι ηταν το λιγοτερο απαραδεκτη αλλα ολως περιεργως ειχε συναντησει και χειροτερες περιπτωσεις οταν εψαχνε να νοικιασει σπιτι εναν χρονο πριν. Το πρωτο που αντικριζε βγαινοντας στο υποτυπωδες μπαλκονακι ηταν το πισω μερος αλλων πολυκατοικιων. Τοιχοι μουχλιασμενοι, πολυκαιρισμενοι, βρωμικοι, στο χρωμα του σκονισμενου τσιμεντου ορθώνονταν μπροστα του δημιουργωντας του αισθηματα καταθλιψης σχεδον. Αν εκανε δε το λαθος να ριξει ενα βλεμμα και προς τα κατω τοτε η καταθλιψη συνοδευοταν και απο αηδια. Ο υποτιθεμενος ακαλυπτος χωρος δεν ηταν παρα μια μινιατουρα ταφρου αναμεσα στην πολυκατοικια του και το πισω μερος των απεναντι πολυκατοικιων, γεματος με διαφορων ειδων βρωμιες, σκουπιδια ξεχασμενα ποιος ξερει απο ποτε και κουτσουλιες περιστεριων τα οποια συχναζαν στις γυρω ταρατσες. Η μονη παρηγορια που εσωζε στο παραπεντε την κατασταση ηταν ενα ανοιγμα μεταξυ δυο ταρατσων. Το ανοιγμα εκεινο αποδειχτηκε αρκετο για το ματι που πολλες φορες αρκει να του αφησεις ανοιχτη μια χαραμαδα για ν' αρχισει να ταξιδευει στο απειρο. Τη μερα η θεα απο 'κει ηταν αδιαφορη και χρησιμευε απλως στο να μη σε πιανει κλειστοφοβια μιας και με λιγη προσπαθεια εβλεπες μεχρι τη θαλασσα. Τις νυχτες, ομως, οταν ολα τα κατα κυριο λογο φοιτητικα ρετιρε φωτιζονταν η εικονα ηταν σχεδον ειδυλλιακη αν διεθετε κανεις και λιγη φαντασια. Εκεινος ανεκαθεν ελκυοταν απο τα ρετιρε. Του αρεσαν οι μεγαλες βεραντες τους που δεν ηταν τις πιο πολλες φορες αλλο απο την ιδια την ταρατσα του κτιριου. Μια ολοκληρη ταρατσα ολη δικη του δε θα ηταν και μικρη υποθεση! Του αρεσαν ομως και για διαφορους αλλους λογους. Τα θεωρουσε παντα πιο ανεξαρτητα, πιο καλλιτεχνικα, του θυμιζαν ατελιε ζωγραφων, σοφιτες η στεκια οπου μαζευονταν παρεες μποεμικες και τα πιναν ως το ξημερωμα ζωντας του ερωτες τους. Εκεινο το "παρατηρητηριο" αναμεσα στις δυο ταρατσες του προσεφερε τη θεα δεκαδων ρετιρε και τροφη για να πλαθει ιστοριες βλεποντας τα. Αλλα ηταν φωτισμενα με black lights και ηταν περιφραγμενα με τζαμαριες. Το ψυχρο φως του black light του δημιουργουσε εκστατικες εικονες και του αρεσε. Αλλα ειχαν υποστεγα με ξυλινα δοκαρια σαν νωχελικα κιοσκια απ' οπου και ξεχωριζαν κοκκινα και πρασινα φωτακια να αχνοφεγγουν. Μερικα ειχαν γλαστρες με φυτα. Καποια ηταν γυμνα απο στολιδια και δεν ειχαν παρα τα απολυτως απαραιτητα. Δυο τρεις καρεκλες κι ενα τραπεζι. Ορισμενα θυμιζαν τους κρεμαστους κηπους της Βαβυλωνας που χωρις να τους εχει δει ποτε σκεφτοταν πως ισως και να εμοιαζαν με υπερμεγεθη τετοια ρετιρε απ' οπου κρεμονταν διαφορα φυτα, λουλουδια και φυλλωσιες σαν ιτιες κλαιουσες η σαν καταπρασινοι καταρρακτες που ξεχυνονταν απο τα υποστεγα.

Ενα απο εκεινα τα βραδια των νοητων παραξενων ταξιδιων του, λοιπον, οταν ο ερωτας ξεχυνοταν σα μυρωδια γυναικειου αρωματος απο τη φαντασια του και περιπλανιοταν στις ταρατσες των πολυκατοικιων την ειδε. Πρωτα ειδε το φως στο απεναντι ρετιρε ν' αναβει, υστερα ξεχωρισε μια φιγουρα πισω απο τις μισανοιχτες ημιδιαφανες κουρτινες κι επειτα την ειδε ξεκαθαρα να στεκεται μπροστα στο παραθυρο οπως εκεινος. Αν μπορουσε να τη δει αυτος, σκεφτηκε, τοτε σιγουρα θα μπορουσε να τον δει κι εκεινη. Εκανε μια ενστικτωδη κινηση να κρυφτει πισω απο την κουρτνα του μα θυμηθηκε οτι ο ιδιος ηταν βουτηγμενος στο σκοταδι και τους αρωματικους καπνους του ναργιλε που τον συντροφευαν. Αρα υπεθεσε πως αυτο ηταν αρκετο για να μη δινει στοχο και συνεχισε να την παρατηρει καθως η κοπελα ετοιμαζοταν προφανως για καποια εξοδο. Στην αρχη ειχε τυλιγμενα τα μαλλια της σε μια πετσετα την οποια εβγαλε λιγα λεπτα αργοτερα κι αρχισε να τα στεγνωνει μπροστα σε εναν καθρεφτη που πιο πολυ τον υπεθετε παρα τον εβλεπε. Την περιεργαστηκε. Ηταν αδυνατη, οσο γυμνασμενη επρεπε για να μη χανει τη θυληκοτητα της και κοντουλα, οπως του αρεσαν οι γυναικες. Οταν στεγνωσε  τα μαλλια το χρωμα τους φανηκε πιο καθαρα. Ηταν καστανα ανοιχτα, ισια και μακρια.  Λιγο αργοτερα την ειδε να παιρνει κατι και να χανεται στο βαθος του δωματιου. Ισως ειχε παει στο μπανιο. Οταν ξαναεμφανιστηκε ηταν ακομη πιο ομορφη μεσα στο μαυρο φορεμα που ειχε επιλεξει. Εριξε μια τελευταια ματια στον καθρεφτη κι επειτα εφυγε.

Απο εκεινη τη νυχτα κι επειτα ηξερε ακριβως τι θα εκανε τα βραδια που δε θα ειχε κεφι και υπνο.

Τις δυο επομενες νυχτες η κοπελα δε φανηκε κι εκεινος ματαια ξεχνιοταν διπλα στο παραθυρο περιμενωντας μεσα στους καπνους να δει εστω μια κινηση που θα προδιδε την παρουσια της. Την τριτη νυχτα ομως ειδε φωτα στην ταρατσα απο νωρις. Προσεξε οτι υπηρχε μια αιωρα δεμενη στα δυο δοκαρια του υποστεγου που προστατευε την τεραστια βεραντα της. Κατι ετοιμαζει, σκεφτηκε και την ειδε ξαφνικα να βγαινει εξω σκασμενη στα γελια φορωντας ενα κοκκινο μαγιο. Ηταν πολυ ομορφη κι εκεινος πολυ δειλος. Αυτη ηταν η πρωτη σκεψη που εκανε οταν αναρωτηθηκε αν θα μπορουσε να κανει μια κινηση με καποιον τροπο ωστε να γνωριστουν. Φωνες ακουστηκαν και διεκοψαν τις σκεψεις του. Η ταρατσα της ειχε γεμισει αντρες με μαγιο και βερμουδες. Πρεπει να ηταν γυρω στους  5-6 αντρες κι αυτη μονη της. Φαινοταν να τους κανει ο,τι ηθελε. Γελια και πειραγματα εδιναν κ επαιρναν. Τα μαγιο οπως αποδειχτηκε χρησιμευαν στο να αξιοποιηθει μια φουσκωτη πισινα που υπηρχε στην ταρατσα κι εκεινος δεν την ειχε προσεξει ως τοτε μιας και απο εκει οπου στεκοταν δεν την εβλεπε καλα. Ετσι οπως πηγαινοερχοταν, ανετη και γεματη αυτοπεποιθηση μεσα στην αντροπαρεα της του εκανε ακομη μεγαλυτερη εντυπωση. Ευτυχως μεχρι εκεινη τη στιγμη κανεις απο αυτους δεν εδειχνε να εχει κατι παραπανω μαζι της.

Τις επομενες μερες, η μαλλον νυχτες, συνεχιζοταν η ιδια κατασταση στο σπιτι της μονο που καθε φορα η ενταση της ενθουσιασμενης παρεας ανεβαινε ολο και πιο πολυ. Δυο- τρεις φορες ειχε δει δυο γυναικες ενω ολες τις υπολοιπες ηταν η ιδια με τη γνωστη αντροπαρεα. Τωρα πια τους ειχε μαθει. Ειχε ακουσει τα ονοματα καποιων ενω σε αλλους ειχε δωσει δικα του παρατσουκλια αναλογα με την εντυπωση που του ειχαν δημιουργησει. Την κοπελα παντως ειχε ακουσει να τη φωναζουν Λια. Απο το Ευαγγελια; Απο το Αποστολια; Αγνωστο.

Μια νυχτα γυρω στις τρεις τα ξημερωματα κι ενω η παρεα απεναντι ξεσαλωνε με μουσικη, ποτα και "βουτιες" στην φουσκωτη πισινα ακουστηκαν παραπονα απο γειτονες για τη φασαρια και η αστυνομια δεν αργησε να κανει την εμφανιση της. Η μουσικη εκλεισε για λιγο, η Λια κατεβηκε κατω, ακουστηκαν κι αλλες φωνες απο τον δρομο κι επειτα ανεβηκε παλι στην ταρατσα για να συνεχιστει το "παρτυ" σε χαμηλοτερα ντεσιμπελ αλλα στην ιδια ανεβασμενη διαθεση.

Ο ιδιος, παρατηρητης της ζωης και του ερωτα, ειχε αρχισει να ζηλευει σαν τρελος μα ολο αυτο που ενιωθε του φαινοταν σκετος παραλογισμος. Οι νυχτες του καλοκαιριου περνουσαν μ' εκεινη ποτε να εμφανιζεται ποτε οχι, κι εκεινον να τυραννιεται απο μια αισθηση ανεκπληρωτου. Τη μια μερα επαιρνε αποφαση να παει να τη βρει, να της μιλησει κι ο,τι βγει. Την επομενη το μετανιωνε, το θεωρουσε τρελα. Περασαν ετσι κοντα δυο μηνες, ο Αυγουστος ειχε μπει για τα καλα κι απεναντι η Λια εμφανιζοταν ολο και πιο σπανια. Ηταν φανερο πως κατι ειχε αλλαξει στην ατμοσφαιρα, σαν κατι να περοκειτο να συμβει. Ωσπου μια νυχτα που εκεινος αναπολουσε στιγμες, ξαπλωμενος στο ημιδιπλο κρεβατι του, ακουσε παλι γνωριμες φωνες. Αυτη τη φορα ομως δεν ετρεξε στο παραθυρο. Αυτη τη φορα ενα προαισθημα τον βασανιζε που τον εμποδιζε να κοιταξει απεναντι. Ο υπνος τον πηρε αργα και δυσκολα. Κοιμηθηκε ακουγοντας τους να φωναζουν και να γελαν οπως παντα μονο που ηξερε πως κατι αλλο τους εκανε τωρα να τραγουδαν ολοι μαζι νοσταλγικα τραγουδια.

Ξυπνησε με βαρια διαθεση νιωθωντας κουρασμενος σα να εσκαβε ολο το βραδυ. Ο υποτιθεμενος υπνος του ηταν βασανιστικος. Η ωρα ηταν 10.00 και ο ηλιος που εμπαινε απο την μπαλκονοπορτα του φανηκε ενοχλητικος. Βγηκε διστακτικα στο μπαλκονι και κοιταξε απεναντι. Η αιωρα ελειπε οπως και η πισινα. Η πορτα ηταν κλειστη και ενα ιχνος εγκαταλειψης πλανιοταν στον αερα. Στον τοιχο καποιος ειχε ζωγραφισει εναν ηλιο και γυρω του δεσποζαν τα ονοματα τους.

Απο τοτε δεν την ξαναειδε ποτε και μεχρι που εφυγε απο εκεινο το διαμερισμα το ρετιρε της παρεμεινε αδειο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Vintage

Loading...
Η ακεραιότητα δεν έχει ανάγκη από κανόνες.

Albert Camus
Θα σου πω ένα μυστικό φίλε μου. Μην περιμένεις την Ημέρα της Κρίσης. Έρχεται κάθε μέρα.

Albert Camus
Πολιτικός είναι κάποιος που διαιρεί τους ανθρώπους σε δυο τάξεις: σε υποχείρια και σε εχθρούς.
Νίτσε
"Out of damp and gloomy days, out of solitude, out of loveless words directed at us, conclusions grow up in us like fungusQ one morning they are there , we know not how, and they gaze upon us, morose and gray. Woe to the thinker who is not the gardener but only the soil of the plants that grow in him."

Νίτσε

Το τραγουδι της Μαριας Νεφελης (Ο. Ελυτης)

"Κρίμας το κορίτσι" λένε
το κεφάλι τους κουνάν
Τάχατες για μένα κλαίνε
δε μ'απαρατάν!

Μες στα σύννεφα βολτάρω
σαν την όμορφη αστραπή
κι ό,τι δώσω κι ό,τι πάρω
γίνεται βροχή.

Βρε παιδιά προσέξετέ με
κόβω κι απ'τις δυο μεριές
το πρωί που δε μιλιέμαι
βρίζω Παναγιές

και το βράδυ όπου κυλιέμαι
στα γρασίδια καθενού
λες και κονταροχτυπιέμαι
ντρούγκου-ντρούγκου-ντρου

Τη χαρά δε τη γνωρίζω
και τη λύπη την πατώ
σαν τον άγγελο γυρίζω
πάνω από τον γκρεμό

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

Fly me to the moon

Αγαπημένα Στέκια

Follow by Email

Μπήκαν στο ράφι

'Εχουμε επισκέψεις!

Forum για Bloggers

image

Ελα και στην twitter παρεα μας

" Η πιο αξιόλογη επαναστατική φιλοδοξία είναι να δω τον άνθρωπο απελευθερωμένο από την αλλοτρίωσή του"
Τσε Γκεβάρα